Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

Τα καραντινιασμένα - 5

 





Αγαπητό μου πόδι,

Θα στο πω, αλλά μόνο σε σένα. Που εκ φύσεως, είσαι ουδέτερο. Τουτέστιν και αμερόληπτο. Λέμε, ΤΟ πόδι. Δηλαδή, η θεια μου η Όλγα έλεγε και «ο πόδης», αλλά ήταν μικρασιάτισσα και εκεί τότε, έτσι τα λέγανε. Επίσης έπλεκε με ψιλό βελονάκι μέχρι τα ενενήντα φεύγα της. Χωρίς γυαλιά. Έλεγε «όσο με κρατούν τα μάτια και ο πόδης μου μετριέμαι στους ζωντανούς. Μετά, να με γράψετε στους αποθαμένους και να με δώκετε και μια να πάω καλλιά μου». Πέθανε πανευτυχαδούρα στα εκατόν δύο εκεί που έπινε το καφεδάκι της στο μπαλκόνι μετά το σφουγγάρισμα. Εσύ να τα βλέπεις αυτά που περπατάμε κατιτίς παραπάνω καμιά φορά και είσαι μες στη γκρίνια.

Αλλά και η φιλενάδα η Λενιώ από τα Χανιά, λέει, Η πόδα, Η χέρα. Η Λενιώ κάνει ομολογουμένως τα νοστιμότερα σκαλτσουνάκια του σύμπαντος, οπότε, μπορεί και τα λέει όπως θέλει.

Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω να σου πω.

Εγώ που λες εχτές έπρεπε να κάνω το τσεκάπι το αιματολογικούν του χρόνου. Είμαι εγώ να ζω με αγωνίες; Όχι, το λέω και το υπογράφω. Εξού και κάθε χρόνο πάω στους βρικολάκους και με παίρνουν το αιματάκι μου και με το εξετάζουν να με δουν που είμαι γερό σκαρί με τζίφρες και υπογραφές.

Όμως, επειδή μετά τα πρώτα διακόσια μέτρα αρχίζει το δικό σου το γκρινιλίκι και τα «δεν μπορώ, δεν είναι δρόμοι αυτοί, πόσο πια να σε σηκώνω που καλύτερα στο κάτεργο να ήμανε, κακούργα κοινωνία» και τα τοιαύτα τα δικά σου, λέω, θα πάρω το αυτοκίνητο να πάω και να έχω και το κεφάλι μου ήσυχο. Δηλαδή, δε με φτάνει που κάθε χρόνο έχω το άγχος μου να βγουν οι εξετάσεις καλές, που τέτοια αγωνία ούτε όταν περίμενα τα αποτελέσματα των εισαγωγικών, να έχω κι εσένα.

Εγώ το αυτοκίνητο δεν το προτιμώ. Όχι που δε μου αρέσει να βολτάρω. Μ’ αρέσει, πώς δε μ’ αρέσει. Βάζω και τη μουσικούλα μου, κάνω και τις γύρες μου, όλα καλά. Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να γυρίσω. Εδώ είναι που τα χαλάμε.

Γιατί δεν είναι ότι θα το διπλώσω, θα το βάλω στη τσέπη και θα πάω σπίτι μου. Θα πρέπει να το παρκάρω. Και εδώ αρχίζει η Οδύσσεια ενός ξεπαρκάριστου. Που κάθε φορά που με βρίσκει αυτή η μαύρη ώρα θυμάμαι τον Joyce και τον δικό του τον Οδυσσέα, που μόνο κάποιοι κακορίμπαλοι έχουν στέρξει να τον διαβάσουν ολάκερο, που μας πάει κύμα – κύμα μέχρι να παγώσει η κόλαση.

«Να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος», ο άλλος, ο Αλεξανδρινός. Σε δώκαμε ένα σκασμό βραβεία για να μας λες τέτοια. Καλέ, εδώ πλησιάζω στη γειτονιά κι αρχίζω τις προσευχές μπας και βρω να παρκάρω στο μισάωρο. Γιατί, αυτός που έφτιαξε την Αθήνα, όχι παιδί μου ο Κέκροπας, αν και αυτός, μισός άνθρωπος μισός φίδι καλό θα έκαμε;, τέλος πάντων, ο πρώτος πολεοδόμος της Αθήνας που δεν ήταν ένας αλλά δύο, οι αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Σάουμπερτ, εκεί πίσω στα 1832, δεν προέβλεψαν εμένα να ψάχνω να παρκάρω τη Φροσάρα στο Εξάρχειο, καθημερινή μεσημέρι.

Και να ‘μαι που λες, στο γύρω – γύρω, ικετεύοντας να φύγει κάποιος ψυχοπονιάρης, να πάρει νωρίς άδεια, να γεννάει η γυναίκα του, να θέλει να περάσει μερικές ημέρες στο χωριό, να τα βροντήξει όλα κάτω και μαύρη πέτρα να ρίξει πίσω του, κάτι τέλος πάντων, μπας και βρω μια θεσίτσα να βολευτώ κι εγώ, να πάω σπίτι μου, που είμαι με δυο γουλιές νερό και το στόμα τσαρούχι από τη Ρούμελη, γιατί τέτοια θέλουν οι βρικολάκοι για να δείξουν καλά οι εξετάσεις, δε σε θέλουν με τα καφεδάκια σου και με τα πρωινά σου, ήρεμο και γαλήνιο. Θέλουν να είσαι έτοιμος να παραδώσεις ψυχή.

Για να μη στα πολυλογώ, κατά την τριακοστή έβδομη γύρα πιάνει το μάτι μου ένα κενό που δεν ήταν εκεί καμία από τις προηγούμενες τριακόσιες έξι γυροβολιές.

ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ! ΣΤ’ ΑΡΜΑΤΑ! ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙ ΚΙΝΗΣΗ, ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ ΟΛΟΙ!!!

Στρίβω όλο χάρη, πλευρίζω το έμπροσθεν όχημα και συνειδητοποιώ ότι, ΑΝ χωράω να παρκάρω, χωράω με διαφορά χιλιοστού. Αν, ξαναλέω.

Παίρνω ανάσα, σβήνω ραδιόφωνο, μαζεύω τα κουράγια μου και ξεκινώ. Και τότε είναι που πλησιάζει.

Χειρόφρενο, μανούβρα, δύο εκατοστά, πάλι μπροστά και πάλι από την αρχή. Η Φροσάρα πλησιάζει το κράσπεδο σαν κινέζικο μαρτύριο. Σταγόνα – σταγόνα που λέει και το Τζενάκι, η Βάνου ντε, αχ δεν υπάρχουν πια τέτοιες φωνές, στα αζήτητα έφυγε κι αυτό το χρυσό κορίτσι…

Τέλος πάντων.

Κι εκεί που είμαι κάπου στη μέση, πάει να πει, μισή η Φροσάρα στη θέση, μισή στη μέση του δρόμου, που ο λόγος τον λέει δρόμο, ένα στενό, ανηφορικό στους πρόποδες του Λυκαβηττού που ήταν, λέει ο μύθος, ένας βράχος που κουβαλούσε στα χέρια της η θεά Αθηνά και της έπεσε έπειτα που, λέει, ένα κοράκι της έφερε μια κακιά είδηση. Τότε ήταν, λέει ο μύθος, που και τούτα έγιναν μαύρα κι άραχλα. Από τότε ήταν που δεν μπορούμε να παρκάρουμε στο Εξάρχειο, έχω να συμπληρώσω.

Τον βλέπω στον καθρέφτη που πλησιάζει και πλησιάζει και φουσκώνει και ξεφουσκώνει, λύνει τη ζώνη, κοκκινίζει, ανάβει τσιγάρο, κοιτάει άγρια και τελικά το κάνει. Κορνάρει.

Αυτό δε θα τελειώσει όμορφα, σκέφτομαι.

Κάνω πως δεν καταλαβαίνω γιατί είναι και πολλά χρόνια η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και δεν έχω τόσα για σπατάλημα. Συνεχίζω το ψιλό επί της οδού γαζί.

«Τί θα γίνει, θα το ξημερώσουμε;»

Εγώ ναι, έστω και στο κάγκελο, για σένα δεν είμαι και τόσο σίγουρη, ξαναματασκέφτομαι. Και συνεχίζω…

Πέντε λεπτά αργότερα που φάνηκαν τουλάχιστον εικοσιοχτώ και μάλιστα από τα καλύτερα μου χρόνια, η Φροσάρα αράζει ανακουφισμένη ανάμεσα σε ένα κόκκινο και ένα γκρι, μάρκας… αυτοκινήτου τί τα θες τί τα ζητάς τώρα κι είμαι εγώ και μαζεύω τσάντες, μαντήλια, μάσκες, τηλέφωνα και τα διάφορα λοιπά που αμολάω κάθε που είμαι στ’ αμάξι και ετοιμάζομαι να βγω.

Και με πλευρίζει.

«Άντε, στο δίνω, ούτε άντρας δεν το χωρούσε εδώ που το ‘βαλες. Όχι, μπράβο».

Και κάνει μια και φεύγει, πάρα πολύ ικανοποιημένος από τον εαυτό του.

Εδώ παρένθεση. Κι αν έχω μέσα στη Φροσάρα. Χαρτομάντιλα, νεράκι, τσίχλες, στυλό, χαρτί, βαφτικά, μέχρι και καθρεφτάκι έχω, που από καθρέφτες η Φροσάρα άλλο τίποτα.

Ηρεμιστικό δεν έχω.

Που εγώ τώρα αυτό χρειάζομαι.

Αλλά πρόλαβες κι έφυγες ρε μπαγάσα και δε σε πήραν τα σκάγια που θα μου πεις εμένα «ούτε άντρας». Ότι δηλαδή γεννιέται τ’ αρσενικό, Θέ μου σχώραμε και μετά το μπιμπερό παίρνει το υπερμονοπώλιο του παρκαρίσματος.

Κι όχι τίποτ’ άλλο, αλλά με διαολίζει που θα νιώθει κι ότι έκαμε και κομπλιμάν μεσημεριάτικο. Που με είπε μουστακαλή και τεχνίτη στο παρκάρισμα. Που άμα και δεν είμαι μουστακαλής δε δικαιούμαι να παρκέρνω αξιοπρεπώς δηλαδή.

Αλλά δε φταις εσύ, όχι. Φταίει ο Κλεάνθης και το συνεργατάκι του ο Σάουμπερτ για να μην ανοίξω το στόμα μου και πω για τους μετέπειτα, που και δαύτοι ούτε που τους πέρασε από το κάκαυλο να φτιάσουν τους δρόμους ένα τσικ πιο φαρδουλούς. Για να μην αρχίσω και με την Αθηνά που σ’ έπεσε Κυρά μου ο βράχος, μάζεψέ τον να τον πας παραπέρα, που μ’ έμαθες στα σαλόνια και στους Όλυμπους και δεν καταδέχεσαι να συμμαζέψεις τις ζημιές σου και μας αφήνεις με την κοτρώνα μέσα στη μέση.

Που, βέβαια, θα με πεις, τρελαίνομαι σαν τη βλέπω από το μπαλκονάκι μου να γυαλίζει μέσα στο βράδυ. Αλλά, αν είμαι στο μπαλκονάκι μου, πάει να πει ότι έχω ήδη παρκάρει, βλέπεις…

Κούλα Κούτσαβλου

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

Τα καραντινιασμένα - 4


 


Αγαπητό μου πόδι,

Μη μου λες ότι πέρασαν μέρες, γιατί δεν πέρασαν. Δηλαδή, κι αν πέρασαν με το γάλα και το γιαούρτι τις μετράω. Από πότε λήγουν πάει να πει. Τί δεν καταλαβαίνεις; Θα με πεις, πόδι είσαι, πού να καταλάβεις εσύ από γάλατα και γιαούρτια. Πού μια χαρά θα καταλάβαινες αν ήταν όντως γάλατα και γιαούρτια κι όχι κάτι ξεπλύματα άσπρα, δήθεν τάχαμου γάλατα και γιαούρτια. Γιατί αν ήταν καλά, δηλαδή κανονικά, εσύ δεν θα έσπαγες πουλάκι μου, πονεμένο μου, γλυκό μου.

Γιατί θα είχες ασβέστιο. Και το ασβέστιο προστατεύει τα κόκκαλα από το να σπάνε και να γεμίζει η πόλη γύψους. Που και ο γύψος με ασβέστη μοιάζει. Που μοιάζει με το ασβέστιο. Άρα γι’ αυτό τον βάζουν στα πονεμένα και σπασμένα ποδαράκια σαν και του λόγου σου. Που κι αλλού τον βάζουν αλλά εσύ είσαι το θέμα μου.

Τον βάζουν και στα γλυκά του κουταλιού. Τον ασβέστη, όχι τον γύψο. Κάνεις ένα γλυκό κολοκύθι κι ένα βερίκοκο, να γλύφεις και τα δάχτυλά σου. Άμα βάλεις γύψο δεν θα μπορείς να κουνήσεις, οπότε δεν θα εκτιμήσεις και το γλυκό. Που χάλια θα γίνει. Με το γύψο, όχι με τον ασβέστη.

Τέλος πάντων.

Είπα ασβέστη και μετά είπα γύψο και θυμήθηκα που έχουμε Χούντα. Δηλαδή δεν το λέμε Χούντα γιατί είμαστε πολύ του καθωσπρέπει, αλλά Χούντα έχουμε. Γιατί τότε έλεγαν του κοσμάκη όλα τα κακορίμπαλα και τον έβαζαν να τα κάνει.

Παράδειγμα. Έλεγαν ότι απαγορεύεται η κυκλοφορία «περί την Δύσιν του Ηλίου», έκλεισαν και τα σχολειά και απαγορευόταν κιόλας οι συγκεντρώσεις των τριών ατόμων σε ανοιχτό και των πέντε ατόμων σε κλειστό χώρο.

Κάτι σε θυμίζει, όχι;

Μόνο στην εκκλησία κάναν σκόντο γιατί έλα να τα βάλεις με τον θεούλη, δηλαδή όχι με τον ίδιο γιατί δεν προβλέπεται αλλά με τους εκπροσώπους του επί της γης. Αλλά αυτά θα σε τα πω άλλη φορά.

Λοιπόν, στη δικιά μας, τη Χούντα ντε, τα ίδια αλλά στο πιο ντεφιλέ του. Λένε, για να σε δώκω να καταλάβεις, να βγεις, αλλά με μέτρο. 1,5 για την ακρίβεια. Κι ενώ πριν δεν μπορούσα να μετρήσω παρά με τις απαλάμες, ξέρω τώρα να σε πω πόσο είναι το 1,5 μέτρο σε δυο δευτερόλεπτα κι ούτε βλέφαρο δεν κουνιέται. Όχι που μου έλεγε εμένα ο Θανασάκης για τα είκοσι εκατοστά…. Όλοι οι μύθοι σιγά – σιγά καταρρίπτονται και οι ιστορικές αλήθειες ξεσκεπάζονται Θανασάκη…

Κι άμα βγεις, για λίγο να βγεις και μέχρι τις 9 να είσαι μέσα. Ούτε η μάνα μου. Που κι αυτή 9 μου έλεγε να γυρνάω από τα σοκάκια αλλά όταν αργούσα, άντε κανένα γρύλισμα, μια φορά μου τράβηξε και την κοτσίδα. Αλλά 300 ευρώ δεν με έβαλε να πληρώσω ποτέ. Το δίκιο θα το πω. Μια φορά μόνο που έσπασα ένα τασάκι της κυρά Λίτσας της γειτόνισσας γιατί εκείνες έπιναν καφέ κι εγώ έπαιζα μπακάλικο και το έσπασα. Με έβαλε και το πλήρωσα από το χαρτζιλίκι μου, ακόμα το θυμάμαι. Και έφαγα και ξύλο όταν γυρίσαμε σπίτι.

Τέλος πάντων.

Δηλαδή, τί σημασία έχει να γυρίσουμε 9 ή 10 ή 11; Να μη μαζεύεστε λέει και κολλάτε ο ένας από τον άλλον. Που άμα θέλω να κολλήσω δεν μπορώ να κολλήσω μεσημεριάτικο, πρέπει να είναι το μαύρο το μεσάνυχτο. Πού στην πρώτη καραντίνα, γιατί τώρα είμαστε στη δεύτερη, δεν κινούνταν ούτε μύγα και τώρα το πάμε σορολόπ φτάνει να μην έχει πάει 9.

Εγώ αυτά δεν τα καταλαβαίνω. Κάνε, λέει, πρωτοχρονιά το μεσημέρι κι όχι το βράδυ. Το βράδυ κολλάει. Και μέχρι 9 άτομα. Νάτο πάλι το 9. Μπαμ το τασάκι, θρύψαλα, πάει το χαρτζιλίκι.

 

Κούλα Κούτσαβλου


Της Υποφαινομένης, αρ. 95

  Θα την πω, μια απαλή, αέρινη, σχεδόν χωρίς κανένα χρώμα, κουρτίνα, που χορεύει στον άνεμο. Ξάφνου, από πού ακούγονται όλα αυτά τα πουλιά...