Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ 18 στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

 



Έτσι σε χτυπάει η μνήμη. Πισώπλατα. Εκεί που δεν το περιμένεις. Και η διαδρομή της, κι αυτή, έτσι πισώπλατη. Παρίσι – Στρασβούργο, Νταμάρια – Μπουμπουλίνας. 1968 – 20261.

Δεν ξεστραβώνεται κι αυτός ο καιρός να περάσει να έρθουν καλύτερες μέρες, να λησμονήσουμε.

Τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ…

Και δεν είναι τα πισώπλατα που πονάνε τόσο. Αυτά που σε ρημάζουν και δε λένε να ξεκολλήσουν από το πετσί σου είναι τα άλλα, αυτά που σε κοιτάζουν στα μούτρα και δεν ντρέπονται. Που πέφτουν πάνω σου σαν καταιγίδες και αστραπές και λαίλαπες και νομίζουν πως θα σε σπάσουν. Και καμιά φορά σε σπάνε.

Τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ…

Να μην ξέρεις πού είσαι, γιατί είσαι εκεί που δεν ξέρεις πού είσαι, τί ώρα είναι, τί μέρα είναι, ποια από  όλες τις μέρες, η κακή ή η χειρότερη, πες μου, πες μου, μίλα να δω ότι ανασαίνεις, ούρλιαξε έστω, χτυπήσου, μόνο μη μένεις σιωπηλή…

Τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ…

Η αφήγηση χαμηλοτάβανη και η εστίαση στην Ιστορία. Δε χωράνε δάκρυα εκεί, άστο το εκεί, κλάψε για το τώρα, είναι σαν να μου ψιθύριζε το κείμενο σε όλη την παράσταση.

Κλάψε για το τώρα. Ή μην κλαις. Αλλά μη μένεις ακίνητος πανάθεμά με, μη μένεις έτσι, με τα χέρια κάτω, ξερόκλαδα, δεν καταλαβαίνεις, δεν καταλαβαίνεις πως φτάσαμε μέχρι εδώ επειδή δεν υψώνεις τα χέρια σου να μαζευτεί το σύννεφο μπας και δούμε το παραπέρα, που κλειστήκαμε σε ένα υπόγειο πες, σε μια ταράτσα με τη μοτοσυκλέτα να σφυράει να μην ακούγονται οι κραυγές μας πες, σε μια τόση δα οθόνη κλειστήκαμε και νομίζουμε πως πέθανε η μνήμη.

Τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ…

Ο Μίκης, ο Νίκος, η Ελένη, ο Αντρέας, οι τόσοι άλλοι, οι τόσες άλλες, όλα τα ονόματα σκαλισμένα στους δρόμους που περπατάς κάθε μέρα, δεν τα βλέπεις; Δεν τα ακούς να χτυπάνε την άσφαλτο;

Τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ…

Η Αμαλία Αρσένη, ανηψιά της συγγραφέα, αγγίζει το κείμενο με τα ακροδάχτυλα, σαν για να μη σπάσει. Η ερμηνεία της ξεφεύγει από μανιέρες, αλλάζει πρόσωπα και φωνές και υποστάσεις. Γίνεται θίασος λέξεων, χεριών, συναισθημάτων, καταγγελιών.

Η Σοφία Καραγιάννη υπογράφει μια σκηνοθεσία απογυμνωμένη από βασάνους. Ούτε ταράτσες, ούτε υπόγες. Ένα καμαρίνι με μόνο παράθυρο στη μνήμη έναν καθρέφτη, μάρτυρα και συνένοχο. Άλλωστε, η μνήμη αρκεί. Και η φρίκη να τυλίγεται κοστούμια και ρόλους, σαν για να φτιασιδωθεί, τέτοια που ‘ναι.

Η μνήμη, που λες, αρκεί. Έρχεται και κάθεται στον ώμο σου. Σιγοσφυράει έναν σκοπό. Σε προσκαλεί.

Μην την τινάξεις από πάνω σου. Γιατί θα είναι σαν να τινάζεις την ανάσα σου.

Τακ τακ…..

 

ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ 18

της Κίττυς Αρσένη2

Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη

Ερμηνεία: Αμαλία Αρσένη

Θέατρο του Νέου Κόσμου | Κεντρική Σκηνή




1.      Το κείμενο – Μαρτυρία της Κίττυς Αρσένη γράφτηκε στις διαδρομές του τρένου Παρίσι – Στρασβούργο το 1968πηγαίνοντας να καταθέσει ως μάρτυρας στην Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τα βασανιστήρια που υπέστη στην Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας Αθηνών και εκδόθηκε το 1975. 

2.      Η Κίττυ Αρσένη (1935-2013) ήταν σκηνοθέτης και ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης κι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Κάρολου Κουν. Ακτιβίστρια με σημαντική δράση κατά της Δικτατορίας και υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπήρξε ενεργό στέλεχος της ανανεωτικής αριστεράς, του Συνασπισμού και της δημοκρατικής αριστεράς. Υπήρξε γενική γραμματέας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και μέλος της καλλιτεχνικής επιτροπής του Εθνικού θεάτρου.


Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Της Υποφαινομένης, αρ. 99


 

Είναι εκεί, το βλέπω. Στο πάτωμα. Δεν ήθελα να συμβεί αυτό, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά έγινε. Μπορεί μια τυχαία κίνηση, μια άτυχη στιγμή, η κακιά η ώρα, δεν ξέρω. Ξέρω ότι έγινε και τώρα είναι εκεί.

Φαίνεται τόσο μόνο εκεί κάτω, τόσο αθώο, τόσο μόνο, αυτό εκεί κι εγώ εδώ. Τόσο μόνη. Δεν έχω πολλές εναλλακτικές.

Μια τόση δα λιμνούλα γάλα στο πάτωμα της κουζίνας. Πριν λίγο, τόσο λίγο πριν αποτελούσε μια απόλαυση, ένα χάρμα. Ένα λαχταριστό, υπέροχο, ολόφρεσκο ποτήρι γάλα. Πώς έγινε και μετατράπηκε σε τούτο το σωρό από γάλα και γυαλιά στο πάτωμα, δεν ξέρω. Άρκεσε μόνο μια στιγμή.

Δεν έχω πολλές εναλλακτικές, στο είπα. Ή που θα σκύψω κάτω και θα αρχίσω να γλύφω – κρίμα τόσο ωραίο γάλα να πάει χαμένο, είναι αργά, έκλεισε το μαγαζάκι στη γωνία, δεν έχει άλλο, δεν έχω άλλο, θα μου πεις, θα κόψεις τη γλώσσα σου, θα αρρωστήσεις, το πάτωμα είναι βρώμικο, είναι γεμάτο γυαλιά, τρίχες, πριν δυο λεπτά περπάτησες αυτό ακριβώς το σημείο με τα παπούτσια σου, ήσουν στο δρόμο πριν από μια στιγμή, τώρα όλος ο δρόμος είναι πάνω στο πάτωμα της κουζίνας και από πάνω του το γάλα, ή που θα σκύψω λοιπόν και θα το γλύψω.

Ή που θα πάρω ένα πανί και θα το μαζέψω. Πολύ προσεκτικά θα το μαζέψω και θα το στύψω. Θα το στύψω πολύ προσεκτικά σε ένα καινούριο, άσπαστο ποτήρι. Και μετά θα το πιω – κρίμα τόσο ωραίο γάλα να πάει χαμένο, είναι αργά, έκλεισε το μαγαζάκι στη γωνία, δεν έχει άλλο, δεν έχω άλλο. Αλλά και πάλι τα γυαλιά, και πάλι οι τρίχες, και πάλι ο δρόμος. Κι ας είναι το καινούριο ποτήρι εκεί. Κι ας φαίνεται ολόλευκο το γάλα. Είναι;

Δεν έχω πολλές εναλλακτικές.

Σηκώνομαι. Μπαλκόνι, κουβάς, σφουγγαρίστρα. Νερό, πολύ νερό και καθαριστικό πατώματος. Μυρίζει ωραία. Δεν κολλάει πια. Σε λίγο ξημερώνει. Θα ανοίξει και το μαγαζί.


Δευτέρα 3 Μαρτίου 2025

Της Υποφαινομένης, αρ. 95

 


Θα την πω, μια απαλή, αέρινη, σχεδόν χωρίς κανένα χρώμα, κουρτίνα, που χορεύει στον άνεμο.

Ξάφνου, από πού ακούγονται όλα αυτά τα πουλιά, αόρατα πουλιά, και κύματα, τόσα δα κύματα, λίγο, τόσο όσο να κυλούνε πάνω στα νερά.

Ολόφωτος όλος ο κόσμος, πότε πόλεμοι και πότε γιορτές κι αυτό το βλέμμα μου να μην ξεκολλά από το τίποτα.

Της μιλώ και νιώθω τη σιγουριά του καφέ που αχνίζει και της ομίχλης που πυκνώνει. Θα πρέπει, κάποτε, να κλείσω το παράθυρο, αλλιώς θα τη χάσω από τα μάτια μου.

Μικρές λέξεις, διστάζει ή διαπραγματεύεται μια σκέψη; Οι ιστορίες της λέγονται πριν αποκτήσουν ήχο, από τα χέρια της λέγονται, έτσι όπως τινάζει τη στάχτη που ρίχνω επάνω μου, καπνίζοντας, σχεδόν χωρίς να με ακουμπά.

Επάνω στο τραπέζι, ανάμεσα στα φλιτζάνια, ένα όνειρο, το όνειρό της. Τυλιγμένο σε λεπτό, κατάλευκο σεμεδάκι. Μου έφερε το όνειρό της να μου το δείξει. Κι άλλη ομίχλη, κι άλλα πουλιά, κι άλλα κύματα.

Μόνο η κουρτίνα μένει αναλλοίωτη από όλον αυτόν τον πανικό, να λικνίζεται, σχεδόν μουσικά, σχεδόν επίτηδες. Παιχνίδια του μυαλού μου, ίσα να ελπίσω πως ο κόσμος μπορεί να είναι και τέτοιος, μπορεί να χωράει και μια τέτοια πόλη, τόσο ήσυχη και τόσο ένδοξη, με τα καρποφόρα δέντρα της και τα χαμηλά σπίτια με τις αναμμένες καμινάδες και τα χλοερά κατώφλια.

Δεν ήθελα να τη χαιρετήσω, αλλά έπρεπε. Έπρεπε να φύγω, με περίμεναν τα παζάρια και οι ζητιάνοι με τα χέρια απλωμένα και τις ψεύτικες ευχές στους δρόμους τους γεμάτους λάσπη.

Θα μπορούσα να ελπίσω να είναι φίλη ή αδελφή μου. Ή έστω, να με αφήνει που και που να τραβάω την κουρτίνα για να ανασαίνω.

Ας ανθίζει σα ρόδο.


Της Υποφαινομένης, αρ. 94

 



Σήμερα το πρωί, καθώς άνοιξα τα μάτια μου, το είδα γραμμένο στο ταβάνι.

Δεν έχεις κανέναν.

Ποιος το ‘γραψε εκεί, αναρωτήθηκα.

Βγήκα στο μπαλκόνι να απλώσω και νάτο πάλι, στον απέναντι τοίχο, στο νεοκλασικό που στέκει σε πείσμα της φθοράς και της αμέλειας.

Δεν έχεις κανέναν.

Εγώ που έμαθα στον Αδάμ να φιλάει και στο φίδι να δαγκώνει, εγώ που έδειξα στο μήλο πώς να στάζει χυμούς και στο Θεό πώς να οργίζεται, εγώ δεν έχω κανέναν;

Έκλεισε η πόρτα της Εδέμ, είπαν. Το είπαν μεταξύ τους, ψιθυριστά το είπαν, δεν το κατάλαβα στην αρχή. Δηλαδή είδα πως ήταν κλειστή, μη με πεις ανόητη, αλλά σκεφτόμουν πως, όποτε θέλω, την ανοίγω.

Λάθος.

Ένας έκπτωτος άγγελος με συνόδευσε στο χορό της αποφοίτησης. Και τα δικά του φτερά τσακισμένα ήταν, μου φάνηκε καλή ιδέα.

Εκείνος μου το είπε πρώτος.

Δεν έχεις κανέναν, είπε.

Τον φίλησα στο κόκκινο στόμα του που το είχαν φιλήσει μυριάδες πριν από εμένα και τους φίλησα έτσι κι αυτούς, όλους.

Όχι, δεν έχω, απάντησα.


Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2025

Τέρας, στο Μικρό Γκλόρια

 




Κάτσε να στα πω. Ρε κάτσε να στα πω, σου λέω. Κάτσε να στα πω γιατί θα σκάσω, μπαμ θα κάνω.

Εγώ που λες, δεν είμαι εγώ. Δηλαδή εγώ είμαι αλλά δεν είμαι κιόλας. Γιατί είμαι επειδή είσαι κι αν δεν είσαι δεν με λες και πως είμαι, κατάλαβες;

Βασικά και για να σου δώσω να καταλάβεις, είμαι κυρίως επειδή υπάρχεις. Γιατί, αν δεν υπάρχεις εσύ και πού είμαι τί σημασία έχει;

 

Δεν έχει.

Και είμαι επειδή κυρίως σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ ρε, σε θέλω, ζω για σένα. Αν δεν με θέλεις θα πεθάνω, θα φαρμακωθώ, θα γίνω όλες οι τραγωδίες που γράφτηκαν, που γράφονται τούτη την ώρα και κάποιες ακόμα που θα γραφτούν στο μέλλον, ρε, σου λέω.

Από τα μάτια σου κρέμομαι, από τα χείλη, από το αυτάκι σου σα σκουλαρίκι, να ‘μια, δες με, υπάρχω για να με καμαρώνεις. Με καμαρώνεις, δε με καμαρώνεις;

Τέρας.

Η Ραφίκα Σοουίς σκηνοθετεί και η Ιωάννα Αγγελίδη παίζει. Παίζει με την υπομονή, την ψυχραιμία, τις ιστορίες, τα γέλια και τα κλάμματά μας. Παίζει με αυτά όλα που λέμε μόνο στον εαυτό μας, άντε και σε καμιά άλλη ατυχήσασα…. Και παίζει δροσάτα, ολοζώντανα, με μια παρουσία τόσο παρούσα που έτσι μου ‘ρχεται να φωνάξω. Να φωνάξω;

Θα φωνάξω!!!

ΤΕΡΑΣΣΣΣΣΣ!!!!

 

Υ.Γ. Αν είναι να πας, κάνε την υπέρβαση και κάτσε στη σκηνή. Μη ρωτάς, κάνε αυτό που σου λέω. Ξέρω εγώ, δε χρειάζεται να ξέρεις κι εσύ, γυναίκα πράμα….

[σ.σ.: το υ.γ. απευθύνεται και στους άνδρες θεατές, χωρίς να αλλάξω ούτε μία λεξουλίτσα. Ούτε μία.]

 

Συντελεστές

Συγγραφέας: Αλεξάνδρα Βουτζουράκη
Σκηνοθεσία: Ραφίκα Σαουίς

Επιμέλεια σκηνογραφίας: Μιχάλης Αργυρού
Φώτα: Νίκος Θετάκης

Πρωταγωνιστεί η Ιωάννα Αγγελίδη

 

Θέατρο Μικρό Γκλόρια

Ιπποκράτους 7, Αθήνα 106 79

τηλ. 210 360 0832


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

John, στο Θέατρο Δίπυλον

 



Από την αρχή αρχίζουν όλα. Και όταν λέω από την αρχή, εννοώ από την είσοδο στο θέατρο. Από εκεί καταλαβαίνεις ότι τώρα εδώ κάτι άλλο γίνεται.

Και γρήγορα καταλαβαίνεις. Ή και όχι. Το καινούριο που συναντά το παλιό, το γνωστό σε ραντεβού με το άγνωστο, το απολύτως φυσικό μούρη με μούρη με το μεταφυσικό.

Μυστήριο, θρίλερ ή κωμωδία; Ρεαλισμός ή μεταφυσικό δράμα; Όλα τα χωράει αυτό το μικρό, απομονωμένο πανδοχείο, εκεί που καταφθάνουν με όλη τη σχέση τους στριμωγμένη σε μια βαλίτσα η Τζένη και ο Ελίας, αντιπαθείς και κουραστικοί για τους άλλους και για τον εαυτό τους. Ο Χρήστος Κοντογεώργης και η Καλλιόπη Παναγιωτίδου αποδίδουν το συμβολισμό μιας σύγχρονης [μη] σχέσης, της μοναξιάς και της ενοχής, με λιτότητα και σαφήνεια χαρακτήρων.

Ανάμεσα στα δράματα, μια παρουσία λίγο πραγματική, λίγο φασματική. Η τυφλή φίλη της Κίττυ, Ζενεβιέβ, λίγο καταραμένη, λίγο φτιαγμένη από κάποιο ξόρκι που τα ξωτικά άφησαν δεμένο σε ένα δέντρο, κάπου σε αυτόν τον κόσμο ή στον επόμενο.

Το πανδοχείο διευθύνει η Κίττυ Μέρτις, απρόβλεπτη, εκκεντρική μα και ζεστή, με μια σοφία που σίγουρα την αμφισβητείς κάθε λεπτό για να τη συναντήσεις ανάμεσα σε χειρονομίες και κουβέντες ή ακόμα και κάπου ανάμεσα στις στοιχειωμένες πορσελάνες και τις κούκλες που σε παρατηρούν από τα ράφια στο απίθανο σκηνικό που έστησε η Ζωή Μολυβδά Φαμέλη και που, στα σίγουρα, είναι ο πέμπτος ρόλος.

Και ο «John»; Ποιος είναι ο John; Πού είναι ο John;

Πουθενά και παντού. Όπως όλα τα σύμβολα. Μήπως είναι ο νεκρός πρώην σύζυγος της Κίττυ; Μήπως ο κάθε κακοποιητικός σύντροφος; Μήπως ένα ακόμα «αρσενικό παλιάς κοπής», με βούλα την πατριαρχία;

Άλλωστε, σύμφωνα με το κείμενο, «Όλοι γνωρίζουν κάποιον που λέγεται John».




Η Κόρα Καρβούνη ως Κίττυ και η Γιούλη Τσαγκαράκη ως Ζενεβιέβ, υπέροχες, αέρινες και διαφανείς, συγκινούν και αποτυπώνουν χίλιους ρόλους σε κάθε λέξη, σε κάθε κίνηση που σκηνοθέτησε ο Μιχάλης Πανάδης με τον πιο ευφυή τρόπο, αφήνοντας το έργο να παρασύρει την πλοκή.

Σύγχρονο έργο, σύγχρονη γραφή, σύγχρονη συγγραφέας. Εδώ και τώρα ο χρόνος του, εδώ και τώρα ο τόπος του. Το άυλο στην ουσία πραγματεύεται το απολύτως συμπαγές. Οι θεατρικές συμβάσεις καταλύονται, δίνοντας τη θέση τους σε μια υπερβατική εμπειρία. Ποιος ο στόχος; Τί θέλει να πει;

Τί σημασία έχει; Το σημαντικό είναι να βρεις εσύ τη φράση σου, τη θέση σου μέσα σ’ αυτό το πανδοχείο που μπορεί να είναι το δωμάτιο, το σπίτι, η χώρα ή η ζωή σου. Και αυτό θα βρεις στη τσέπη σου, σαν βγεις, μετά το πέρας της παράστασης. Το κλειδί. Το δικό σου κλειδί. Το αν θα το χρησιμοποιήσεις ή όχι, εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από εσένα.

 

Συντελεστές

Κείμενο: Annie Baker

Μετάφραση: Χρύσα Κοτταράκου

Σκηνοθεσία: Μιχάλης Πανάδης

Δραματουργία: Παύλος Παυλίδης

Σκηνικά – φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη

Κοστούμια: Αλέγια Παπαγεωργίου

Μουσική: Βασίλης Μαντζούκης

Βοηθός σκηνογράφου: Νέλη Ζερίτη

Βοηθός ενδυματολόγου: Νικολέττα Αναστασιάδου

Ερμηνεύουν (σε αλφαβητική σειρά): Κόρα Καρβούνη, Χρήστος Κοντογεώργης, Καλλιόπη Παναγιωτίδου, Γιούλη Τσαγκαράκη

 

Θέατρο Δίπυλον

Καλογήρου Σαμουήλ 2 & Διπύλου

Κεραμεικός




Ημερολόγιο ενός τρελού, στο Εν Αθήναις

 



«Οι άνθρωποι πιστεύουν πως το ανθρώπινο μυαλό βρίσκεται στο κεφάλι. Τραγικό λάθος!

Αξέντι Ιβάνοβιτς Προπίτσιν»

 

Δε θέλει και πολύ. Ένα τσακ και περνάς από τη μια μεριά στην άλλη. Της λογικής; Της αλήθειας; Της ευαισθησίας; Της βίας; Του έρωτα;

Και ποιος να απαντήσει όλα αυτά τα ερωτήματα, και πώς να απαντηθούν που, Λερναίες Ύδρες ίδιες, το ένα κεφάλι κόβεις και δυο φυτρώνουν στη θέση του.

Δε θέλει και πολύ.

Από τη μια υπόκλιση στην άλλη, ένα αχ δρόμος. Υπόκλιση στην εξουσία, υπόκλιση στη δύναμη, υπόκλιση στο άπιαστο, υπόκλιση, υπόκλιση, υπόκλιση…

Δε θέλει και πολύ.

 

«Σκέψου τί είσαι. Ένα μηδενικό είσαι.»

 

Ένα μηδενικό, ένα ολοστρόγγυλο, τιποτένιο, αόρατο μηδενικό. Και κοίτα να δεις που αυτό το μηδαμινό μηδενικό νιώθει και σκέφτεται και ανασαίνει ελπίδα και όνειρα και περνάει μέσα στις μέρες σαν αέρας και σαν βροντή κι αντάρα.

Έτσι μπερδεμένες οι μέρες, κάποτε πόσο ολοκάθαρα ήσαν όλα στο μυαλό του, μετά όλα θόλωσαν, λάσπωσε η σκέψη και ξεκουρδίστηκε ο ειρμός. Άλλωστε, τί είναι η τρέλα παρά η άλλη μεριά της λογικής;

Δε θέλει και πολύ.

 

Τούτο το ημερολόγιο νοσταλγίας και απουσίας υπογράφει ο Νικολάι Γκόγκολ, βασίζοντας το κείμενό του σε μεγάλο βαθμό σε άρθρα εφημερίδων για τρόφιμους ψυχιατρικών ασύλων.

Τούτο το ημερολόγιο τρέλας σκηνοθετεί ο Κωνσταντίνος Πασσάς με σεβασμό στον άνθρωπο, σκαρώνοντας ένα μονοπάτι με τραχιές πέτρες, η καθεμιά εκ των οποίων κρύβει βουνά αλήθειας.

Τούτο το ημερολόγιο απελπισίας και ανάγκης ενσαρκώνει ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης ως Αξέντι Ιβάνοβιτς, ξεφυλλίζοντας μπροστά στο θεατή σελίδα τη σελίδα την απόγνωσή του. Καταιγιστικός και αδιαπραγμάτευτος, ισορροπεί στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ευαισθησία και τη δύναμη, σαν πίσω από ένα πολύ λεπτό γυαλί, ανά πάσα στιγμή έτοιμο να θρυμματιστεί. Όπως και ο ήρωάς του.

Άλλωστε, δε θέλει και πολύ.

 

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Πασσάς

Μουσική επιμέλεια: Κωνσταντίνος Πασσάς

Μετάφραση-διασκευή: Ομάδα GAFF

Ιδέα σκηνικού: Σοφία Καραγιάννη

Κατασκευαστής σκηνικού: Κώστας Αβραμιώτης

Κοστούμια: Ομάδα Gaff

Φωτισμοί: Ομάδα Gaff


Στο ρόλο του Αξέντι Ιβάνοβιτς ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης 

 

Θέατρο Εν Αθήναις

Ιάκχου 19,

Γκάζι





Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

Του Αγίου Όποιου

 



Ε, κι επειδή;

Κι άμα θέλω θα γιορτάσω κι άμα δε θέλω, ούτε που θα γιορτάσω, ούτε τίποτα.

Και με ρώτησες εμένα άμα θέλω και άμα μπορώ;

Και με ρώτησες άμα μου περισσεύουν να ψωνίσω έναν διάολο σκατολοΐδια και δώρα και τυριά και σαλάμια και κέρατα βερνικωμένα;

Και με ρώτησες άμα έχω έναν άνθρωπο να αγκαλιάσω και να φιλήσω σταυρωτά;

Και με ρώτησες άμα έχω τραπέζι και κεριά και τζάκι να φουντώνει και κούτσουρα να βάνω μέσα να το μπουρλωτιάσω;

Και με ρώτησες άμα φτάνει το σπίτι μου για να στρωθούμε στα χαλιά με τα ασορτιά τα πουλόβερ για να παίξουμε επιτραπέζια με το σκύλο το σούπερ το γκόλντεν το ριτρίβερ να κρατάει το σκορ;

Και με ρώτησες άμα έχω σπίτι;

Και άμα τίποτα από όλα αυτά δε μου λείπει και όλα τα έχω, και αυτά και άλλα τόσα που λέει ο λόγος και δεν θέλω μπρε κουμπάρε;

Με ρώτησες άμα θέλω;

Και με ρώτησες άμα με κάνει καρδιά να σηκωθώ από το κρεβάτι για να κάνω δυο βήματα που όλα βουνό με φαίνονται;

Και με ρώτησες άμα έχω κρεβάτι ή βρέχει βόμβες πάνω μου και γύρω μου και μέσα μου;

Και με ρώτησες άμα θρηνώ αγαπημένους ή άμα με πνίγουν οι σκέψεις και η νοσταλγία;

Ξέρεις γιατί δε με ρώτησες;

ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΣΕ ΝΟΙΑΖΕΙ BRO ΜΟΥ.

Και ξέρεις γιατί δε σε νοιάζει μία;

Γιατί άμα όλα αυτά με έχουν βρει δεν ξοδεύω. Δεν ξοδεύω θα πει δεν κερδίζεις. Είμαι φύρα, πώς να το πω; Δεν έχει η τσέπη σου να φουσκώσει από τη ράχη μου.

Έλα και με τρελαίνει να βλέπω να φωτίζεις τους δρόμους, μόνο αυτούς με τα ακριβά τα μαγαζιά, γιατί έξω από τον καφενέ του κυρ Παντελή στη γειτονιά μου δε βλέπεις να κάνεις βήμα, και κάτω από τις πάνφωτες τις αράδες τις γιορτάρικες να στριμώχνουνται οι φουκαράδες, τα απόβλητά σου, οι αόρατοί σου, να σκεπάζουνται με τα χαρτόκουτα και τις κουβέρτες τις βρώμικες για να περνάς εσύ και ματιά να μη ρίχνεις, μη σου χαλάσουνε τη μόστρα.

Και να τα δέντρα μέχρι τον ουρανό και να οι διακοσμήσεις και να οι μουσικές, που δυο σειρές φωτάκια να ‘βγαζες, δεν ξέρω κι εγώ πόσα σπίτια θα είχαν μια σόμπα να βάλουμε πάνω δυο φλούδες πορτοκάλι να μυρωδιάσει το μέσα μας.

Αλλά τί σε κόφτει εσένα;

Δε με αγγίζεις ρε. Κι ούτε που με νοιάζει που μου έδωκες δώρο ντεμέκ, γιορτάρικο ντεμέκ και με είπες να το βγάλω από την τράπεζα και να σου το γυρίσω πίσω μπρε άτιμε, άκαρδε και βλαμμένε μπρε που περνιέσαι και για άθρωπας.

Που με είδες μοναχούλι και δεν με έφερες έναν κουραμπιέ, αλλά βιάστηκες να φτιάξεις δυο βουνά από δαύτους, μόνο και μόνο για να ποστάρεις τη φωτογραφία να σε δουν να σκάσουν από το κακό τους οι γειτόνισσες.

Που μόνο που δεν με κλώτσησες περνώντας με τις εφτά χιλιάδες σακούλες στα χέρια, έτσι ξαπλωμένο κάτου και δεν είπες να πάρεις ένα σουβλάκι, να ρίξεις δυο κέρματα μέσα στο ποτήρι μπρε, να φέρεις ένα ζευγάρι κάλτσες να ζεσταθούν οι ποδάρες μου που κάνει ψόφο.

Ψοφόκρυο κάνει μέσα στην ψυχή σου αν τα κοιτάς και δεν τα βλέπεις.

Και δεν είπα να μη γιορτάσεις. Να γιορτάσεις. Άμα θες, να γιορτάσεις. Αλλά να κοιτάς κι ένα γύρω. Γιατί γιορτή και πόνος δε λογιάζεται στ’ ανθρώπινα. Δεν πάνε αντάμα αυτά, πώς να το κάνουμε;

Και να γιορτάζεις όχι επειδή κάποιος, κάποτε το αποφάσισε, αλλά γιατί πετάει η ψυχή σου. Κι άμα πετάει η ψυχή σου, σκεπάζει όλο το γύρω και το ζεσταίνει. Τέτοια κάνουν οι ψυχές οι ζωντανές. Τέτοια και καλύτερα κι άκου με που σου το λέω. Κι έτσι κάθε μέρα είναι γιορτή και Χριστούγεννο και Πάσχατο κι απ’ όλα.

Δεν είναι μια ημερομηνία η γιορτή. Είναι αυτό που αποφασίζεις. Και αυτό που είσαι. Είναι το βλέμμα και το χέρι το ζεστό και η καλή κουβέντα και η έγνοια. Η έγνοια για τον όποιο. Ας είναι για όσους το αντέχουν λοιπόν, του Αγίου Όποιου.

Κι ας το γιορτάσουμε!


Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024

Η "Κασέτα", της Λούλας Αναγνωστάκη, στο Θέατρο Σταθμός

 



Θα μπορούσε να έχει γραφτεί σήμερα. Θα μπορούσε να γραφτεί αύριο το πρωί. Γράφτηκε όμως στα 1982 από το χεράκι της μεγάλης Λούλας Αναγνωστάκη.

Ο λόγος για την «Κασέτα».

Εκεί που γελάς, εκεί κλαις, εκεί ερωτεύεσαι, εκεί πεθαίνεις από ζήλια. Εκεί φωνάζεις, εκεί διεκδικείς, εκεί σιωπάς, εκεί συν-καλύπτεις, εκεί φοβάσαι.

Εκεί φοβάσαι.

Ζωή το λένε. Η κασέτα τα κατά-γράφει όλα. Βουβός (;) μάρτυρας των στιγμών μας, μέσα από τις κλειστές πόρτες του νου, στους αυλόγυρους της ψυχής, γύρω από τα τραπέζια των στιγμών που ζωγραφίζουν το πέρασμά μας από τον κόσμο.

Το μικρό που υποδεικνύει το μεγάλο, το απλό που εξηγεί το σύνθετο, το ελαφρύ που κάνει το αβάσταχτο υποφερτό. Και στη μέση το Όνειρο, ίδιο σεβαστιανό, απέναντι στην ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα.




Το πρώτο ανέβασμα του έργου έλαβε χώρα 40 χρόνια πριν, υπό τον Κάρολο Κουν και η τελευταία φορά που παίχτηκε στην Αθήνα ήταν πριν 20 χρόνια. Από εκεί πήρε τη σκυτάλη ο Μάνος Καρατζογιάννης που, με μελέτη και σεβασμό στο κείμενο απέδωσε τη γραφή της Αναγνωστάκη στο πλαίσιο της διδακτορικής του διατριβής με τίτλο «Η πνευματική παρακαταθήκη της Λούλας Αναγνωστάκη».

Η ομάδα των ηθοποιών, παλιά και καινούρια πρόσωπα, γνωστά και λιγότερο – ακόμα – γνωστά. Όμως όλες και όλοι απόλυτα παρόντες, πλαστικοί, εύπλαστοι, ιδιαίτεροι μέσα σε μια κοινοτυπία που θυμίζει πολύ την αλήθεια. Και ένα, το πρόσωπο που κρατάει την κασέτα, απόμακρο και χαμένο, σαν να είναι το μόνο που ξέρει, το μόνο που κρατάει τις αλυσίδες συνειδητά, και με τα δυο του χέρια…

Τα πρόσωπα είμαστε εμείς. Αφύλακτοι, αθώοι και ένοχοι, θύτες και θύματα της ίδιας μας της ιστορίας, που δεν τη μελετήσαμε και δεν τη μάθαμε και γι’ αυτό εκείνη επιστρέφει, αμείλικτη και αυστηρή.

Σαν το έργο να γράφτηκε  σήμερα. Ή σαν να είναι να γραφτεί αύριο το πρωί.

 


 

Συντελεστές

 

Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης

Ερμηνεύουν (αλφαβητικά): Γιώργος Δεπάστας, Γιώργος Ζιόβας, Βάσω Καμαράτου, Μάνος Καρατζογιάννης, Αναστασία Ραφαέλα Κονίδη, Ερμίνα Κυριαζή, Σμαράγδα Σμυρναίου, Γιάννης Τσουμαράκης

Μουσική: Γιώργος Ανδρέου

Σκηνικά- Κοστούμια: Άγγελος Αγγελής

Φωτισμοί: Άγγελος Παπαδόπουλος

Ηχητικός σχεδιασμός: Αντώνης Παπακωνσταντίνου

Βοηθός σκηνοθέτη: Χρύσω Χαραλάμπους

 

Θέατρο Σταθμός

Βίκτωρος Ουγκώ 55, Αθήνα

stathmostheatro@gmail.com

Τηλ: 210 52 30267


Δύο Σκύλοι, στο θέατρο Αλκμήνη

 



Γουφ!

Τί δεν καταλαβαίνεις;

Γουφ και ξανά γουφ και ξαναματαγουφ.

Και λίγα λέω.

Κι αν δεν με πιστεύεις, ρώτα τον Κιχώτη, καλά, ίσως όχι τον Κιχώτη καθ’ όσον δεν τον λες και πολυλογά, αλλά έστω ρώτα τον Οδυσσέα, δηλαδή Μήτσο, δηλαδή Μπέικον, δηλαδή Ζορό, δηλαδή Πασά, ουφ, όπως τέλος πάντων τον λένε.

Αυτοί θα σου πουν.

Μωρέ παιδάκι μου κι αν έχει δει το μάτι τους. Κι ένα μυαλό, ξουράφι, κι ας λένε οι ανθρωπάδες πως δεν καταλαβαίνουν. Αν δεν καταλαβαίνουν αυτοί, δεν καταλαβαίνει κανείς.

Γουφ! Γουφ!

Η ζωή και ο θάνατος, η πίστη και η αγάπη, η αδιαφορία και η εγκατάλειψη, η φιλοσοφία και η θυμοσοφία, η απλότητα στην πιο περίπλοκη μορφή της, έλα να σου μάθουν πώς περνάει ο θυμός σε μια στιγμή και πώς γίνεται παιχνίδι και φιλία γερή σα σίδερο, ακούς μωρέ;




Τα είπε ο Θερβάντες, από το 1613 τα λέει, αλλά πού να ακούσουμε οι ανθρωπάδες…Να τη ζεις τη ζωή σα να χωράει όλη σε μια μέρα κι αν έχει κι άλλη, να την ξαναζήσεις και πάλι έτσι! Κι άμα σου κάνει νάζια, να της γρυλίσεις αλλά να κουνάς και ουρίτσα, μη και φοβηθεί!

Η Κωνσταντίνα Νικολαΐδη σκηνοθετεί, απλά, λιτά και ολόμεστα ό,τι – και ευτυχώς – στα ανθρώπινα μέτρα δε χωράει. Σαν μια νύχτα κοινή σαν όλες τις άλλες, έξω από τα επείγοντα ενός νοσοκομείο, σύνορο, πες, ανάμεσα σε ζωή και θάνατο. Εκεί δηλαδή όπου συναντιόμαστε όλα τα πλάσματα του κόσμου.

Οι Ιβάν Σβιτάιλο και Πίτερ Ράντλ ενσαρκώνουν τους δύο αυτούς απίθανους τύπους, άμεσα και ανάλαφρα, καταγγέλοντας την ίδια στιγμή τον άνθρωπο και τις κοινωνικές δομές του, χωρίς βαρύγδουπες μανιέρες και κορώνες δραματικότητας. Ανάλαφρα, όπως η πραγματική ζωή. Και γι’ αυτό, αληθινά.




 

Συντελεστές

Κείμενο/Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνα Νικολαΐδη

Σκηνικά/Κοστούμια: Μαρία Φιλίππου

Σχεδιασμός φωτισμών: Αργύρης Θέος

Πρωτότυπη μουσική: Γιάννης Οικονόμου

Κινησιολογία: Χριστίνα Φωτεινάκη

Μακιγιάζ: Ράνια Γιαννάκη

Παίζουν: Ιβάν Σβιτάιλο & Πίτερ Ραντλ

 

Θέατρο Αλκμήνη - Κεντρική Σκηνή

Αλκμήνης 8-12, Αθήνα


Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2024

Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα στο Θέατρο Σταθμός

 


Τρεις οι Μοίρες. Οι Χάριτες τρεις. Τρεις οι Γοργόνες και οι Ερινύες τρεις. Τρίμορφη η Εκάτη και η Χίμαιρα.

Τρεις γραίες. Τρεις μπάμπες.

Χορός αρχαίας τραγωδίας που ξέφυγε από τον ίαμβο και ξεχύθηκε στον κάμπο να κατεβάσει το φεγγάρι, να πλύνει, να ζυμώσει, να κλώσει και να υφάνει, να σπείρει και να θερίσει, παιδιά και κορίτσια να γεννήσει και να τα αναστήσει. Με το σώμα και το αίμα.

Κι έπειτα, σαν πάρει μιαν ανάσα, να μαζώξει βοτάνια, με λάδι, αλάτι, νερό και αλεύρι να φτιάξει γιατροσόφια και φυλακτά και μάγια, να δέσει, να λύσει, να ξεματιάσει, να ορίσει.

Κι όλα αυτά αόρατα, σιωπηλά, σιγομουρμούρισμα στη βουή.

«Βάστα μαρή!»




Γυναίκες, με έναν μυστικό μαγικό κώδικα στα χέρια, να περνάνε γενιές και γενιές και να φτάνουν στη σκηνή του θεάτρου Σταθμός, μετουσιωμένες μέσα από τα σώματα τριών νεαρών ανδρών, που τολμάνε να απεκδυθούν των ορίων της ανδροκρατίας που τις άφησε στη σκιά, αυτές, τις γιαγιάδες, τις μανάδες, τις αδελφές, τις κόρες και τις ερωμένες τους.

Το θεσσαλικό θέατρο, με τόλμη, ξεφυλλίζει τη λαογραφία του τόπου του και παρουσιάζει για πρώτη φορά στην ιστορία του θεάτρου την παράδοση σε σύγχρονη φόρμα που θέλει τις μάγισσες της περιοχής να έχουν παραλάβει τις μυστικές δεξιότητές τους από τη Μήδεια και να ειδικεύονται στο κατέβασμα του φεγγαριού. Η δραστηριότητα αυτή παραμένει γνωστή μέχρι τους νεότερους χρόνους στο θεσσαλικό  χώρο.

Ο θεατής βρίσκεται μπροστά σε μια τελετουργία. Μάσκες, συντονισμός σώματος και λόγου, αφήγηση, μαρτυρίες. Μαγικό τοπίο με αφετηρία την παρασκευή της πίτας και σπαράγματα από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου και τα Φαρσάλια του Λουκανού. Στο φόντο, το δημοτικό τραγούδι και οι μαρτυρίες.




Ο Κωνσταντίνος Ντέλλας σκηνοθετεί με σεβασμό, ευλάβεια και τιμή, μελετώντας τη μυστική παράδοση με προσοχή και στόχευση. Το αποτέλεσμα, ένα work in progress, επάξιο της λέξης ψυχαγωγία.

Οι Μιχάλης Αναγνώστου, Μανούσος Γεωργόπουλος και Πλάτωνας – Γιώργος Περλέρος, καταιγιστικοί, εξαίρετοι, αφήνονται στην θηλυκή ενέργεια και γίνονται δοχεία της και πομποί της.

Οι γιαγιάδες τους, θα ήταν μες στο καμάρι…

 



Συντελεστές

 

Δραματουργία - σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Ντέλλας

Ερμηνεύουν: Μανούσος Γεωργόπουλος, Πλάτωνας Γιώργος Περλέρος, Μιχάλης Αναγνώστου

Ηχητικό περιβάλλον - πρωτότυπη μουσικη: Αλέξανδρος Κτιστάκης

Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα

Κατασκευή μάσκας: Μάρθα Φωκά

Κοστούμια: Κωνσταντίνα Μαρδίκη

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαντώ Κατσούγκρη

 

Θέατρο Σταθμός

Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο


ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ 18 στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

  Έτσι σε χτυπάει η μνήμη. Πισώπλατα. Εκεί που δεν το περιμένεις. Και η διαδρομή της, κι αυτή, έτσι πισώπλατη. Παρίσι – Στρασβούργο, Νταμάρι...