Έτσι σε χτυπάει η μνήμη. Πισώπλατα. Εκεί που δεν το
περιμένεις. Και η διαδρομή της, κι αυτή, έτσι πισώπλατη. Παρίσι – Στρασβούργο,
Νταμάρια – Μπουμπουλίνας. 1968 – 20261.
Δεν ξεστραβώνεται κι αυτός ο καιρός να περάσει να
έρθουν καλύτερες μέρες, να λησμονήσουμε.
Τακ
τακ εσύ, τακ τακ εγώ…
Και δεν είναι τα πισώπλατα που πονάνε τόσο. Αυτά που σε
ρημάζουν και δε λένε να ξεκολλήσουν από το πετσί σου είναι τα άλλα, αυτά που σε
κοιτάζουν στα μούτρα και δεν ντρέπονται. Που πέφτουν πάνω σου σαν καταιγίδες
και αστραπές και λαίλαπες και νομίζουν πως θα σε σπάσουν. Και καμιά φορά σε
σπάνε.
Τακ
τακ εσύ, τακ τακ εγώ…
Να μην ξέρεις πού είσαι, γιατί είσαι εκεί που δεν
ξέρεις πού είσαι, τί ώρα είναι, τί μέρα είναι, ποια από όλες τις μέρες, η κακή ή η χειρότερη, πες
μου, πες μου, μίλα να δω ότι ανασαίνεις, ούρλιαξε έστω, χτυπήσου, μόνο μη
μένεις σιωπηλή…
Τακ
τακ εσύ, τακ τακ εγώ…
Η αφήγηση χαμηλοτάβανη και η εστίαση στην Ιστορία. Δε
χωράνε δάκρυα εκεί, άστο το εκεί, κλάψε για το τώρα, είναι σαν να μου ψιθύριζε
το κείμενο σε όλη την παράσταση.
Κλάψε για το τώρα. Ή μην κλαις. Αλλά μη μένεις ακίνητος
πανάθεμά με, μη μένεις έτσι, με τα χέρια κάτω, ξερόκλαδα, δεν καταλαβαίνεις,
δεν καταλαβαίνεις πως φτάσαμε μέχρι εδώ επειδή δεν υψώνεις τα χέρια σου να
μαζευτεί το σύννεφο μπας και δούμε το παραπέρα, που κλειστήκαμε σε ένα υπόγειο
πες, σε μια ταράτσα με τη μοτοσυκλέτα να σφυράει να μην ακούγονται οι κραυγές μας
πες, σε μια τόση δα οθόνη κλειστήκαμε και νομίζουμε πως πέθανε η μνήμη.
Τακ
τακ εσύ, τακ τακ εγώ…
Ο Μίκης, ο Νίκος, η Ελένη, ο Αντρέας, οι τόσοι άλλοι,
οι τόσες άλλες, όλα τα ονόματα σκαλισμένα στους δρόμους που περπατάς κάθε μέρα,
δεν τα βλέπεις; Δεν τα ακούς να χτυπάνε την άσφαλτο;
Τακ
τακ εσύ, τακ τακ εγώ…
Η Αμαλία Αρσένη, ανηψιά της συγγραφέα, αγγίζει το κείμενο
με τα ακροδάχτυλα, σαν για να μη σπάσει. Η ερμηνεία της ξεφεύγει από μανιέρες,
αλλάζει πρόσωπα και φωνές και υποστάσεις. Γίνεται θίασος λέξεων, χεριών,
συναισθημάτων, καταγγελιών.
Η Σοφία Καραγιάννη υπογράφει μια σκηνοθεσία
απογυμνωμένη από βασάνους. Ούτε ταράτσες, ούτε υπόγες. Ένα καμαρίνι με μόνο
παράθυρο στη μνήμη έναν καθρέφτη, μάρτυρα και συνένοχο. Άλλωστε, η μνήμη αρκεί.
Και η φρίκη να τυλίγεται κοστούμια και ρόλους, σαν για να φτιασιδωθεί, τέτοια
που ‘ναι.
Η μνήμη, που λες, αρκεί. Έρχεται και κάθεται στον ώμο
σου. Σιγοσφυράει έναν σκοπό. Σε προσκαλεί.
Μην την τινάξεις από πάνω σου. Γιατί θα είναι σαν να
τινάζεις την ανάσα σου.
Τακ
τακ…..
ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ 18
της Κίττυς Αρσένη2
Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη
Ερμηνεία: Αμαλία Αρσένη
Θέατρο του Νέου Κόσμου | Κεντρική Σκηνή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σκέψεις