https://www.mixcloud.com/χάρις-παρασκευοπούλου/σκορπιες-σκεψεις-27102021/
Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021
Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2021
Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2021
Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021
Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021
Επικαιρότις - 1 [Ηρώδειο]
Αγαπητό μου πόδι,
Θα στο πω και παρεξηγήσου∙ δηλαδή
έχει περάσει τόσος καιρός κι εσύ εκεί, μόλις και κάνω ένα βήμα παραπάνω, τσουπ
πρήζεσαι. Τί πρήζεσαι δηλαδή, νταούλι γιαννιώτικο αδελφάκι μου, από εκείνα τα
πανηγυριώτικα, που εδώ τα σβουρνάς, στο δίπλα χωριό δεν κλείνουν μάτι. Εντάξει,
κάπου ώπα, να τελέψεις με τα δικά σου, να σε πω κι εγώ τα δικά μου.
Γιατί εγώ είμαι της κουλτούρας.
Τέτοια που από μικρή με φωνάζαν Αρβελέρ, μη κοιτάς τώρα που ντρέπομαι, παλιά,
πολύ καμάρι το είχα. Η Κούλα η κουλτουριάρα με τ’ όνομα. Και νάσου οι λυρικές
και νάσου τα Μέγαρα, όχι παιδάκι μου του Σαρωνικού, με τις σπαλομπριζολάρες,
που, να τα λέμε κι αυτά, έβγαλαν κι έναν Κάλχα τέλος πάντων, τα άλλα, τα
μουσικά. Και τα καλοκαίρια νάσου οι Επίδαυροι και νάσου και τα Ηρώδεια.
Μια στάση εδώ.
(Να βγω στο δρόμο να χορέψω μια
σαρακατσάνα να με φύγει και το γινάτι)
Γιατί η χάρη μου εχτές πήγε στο
Ηρώδειο. Δηλαδίς ήταν να πάγω κάνα χρόνο πριν, αλλά με τις καραντίνες και με τα
τέτοια, δεν μπορέσαμε και μεταφέρθηκε το κελεπούρι.
Και ποιος αφήνει τα κελεπούρια;
Κι αν έχω ζήσει στιγμές στην
αγκαλιά του την πέτρινη, τη μαρμαρένια, τη μονάκριβή μου. Τί Θοδωράκη με την
Όμορφη Πόλη του, τί τελευταία παράσταση του Βογιατζή κι όλοι να κλαίμε στην
ύστατη υπόκλιση, καταπονημένος τέρμα, τί Μητροπάνο να χορεύει τον ζεϊμπέκικο
και να ραγίζει ο βράχος, τί Philip Glass με τη βροχή τουλούμι κι όλοι με
ομπρέλες ανοιχτές να ερωτευόμαστε τον έρωτα. Τί Πέρσες, Ευμενίδες, Πλούτο,
Αντιγόνη, Ιππείς. Τί Ξαρχάκο να απλώνει τα φτερά του να σκεπάζει την πανσέληνο.
Και πόσα ακόμα…
Αχ, έτσι μια τα σκέφτηκα και
λιγώθηκα!
Που λες, ήρθε η ώρα να δούμε την
παράσταση των παραστάσεων, που μας τη στέρησε η καραντίνα η ξεδοντιάρα με τον
γιο της τον αρρωστιάρη, που κακό χρόνο να ‘χει τέτοιος που ‘ναι, μας τσάκισε, μας
γονάτισε….
Μια φορά τη βλέπεις τη Monica, εμ, έτσι
είναι, δεν έρχεται να σε χτυπήσει και το κουδούνι κάθε δεύτερη να της γυρίσεις
το φλιτζάνι. Και τί Monica, ολάκερη Bellucci, σταρ του σινεμά για, να έρθει μέχρι τη γειτονιά μας από τα
ξένα και να μην πάμε;
Ντροπή!
Πόσο μάλλον που θα έρθει να μας διαβάσει
τα γράμματα της Κάλλας, της Μαρίας μας, που όταν τραγουδάει σκιρτά η καρδιά μας.
Σκιρτά, δε σκιρτά;
Αν σκιρτά, λέει….στα δυο κόβεται,
πώς κόπηκε η καρδιά του Ηρώδη, του Αττικού καλέ, όχι του άλλου του
αναθεματισμένου που κυνηγούσε να πιάσει τα νήπια, του άλλου, του άντρα της Ρηγίλλης,
που την έχασε πριν καν ζήσουν τον έρωτά τους – αν και εδώ υπάρχουν και
παρατράγουδα που δεν τον δείχνουν και το καλύτερο παιδί της πιάτσας, αλλά δεν
ήμανε και μπροστά και δεν θα επεκταθώ – και που από τον καημό του δεν άντεξε
και έχτισε το περί ου για να ακούγονται μουσικές και όχι τα κλάμματά του.
Έτσι που λες χτίστηκε το Ηρώδειο,
από έναν παράφορο, απελπισμένο έρωτα, καταραμένο να ζήσει μόνο ανάμεσα σε νότες
και αιώνες που θα περνούν από πάνω του και θα το αφήνουν μνημείο, να πηγαίνουμε
να ευφραινόμαστε, να ξεχνάμε τους νταλκάδες μας.
Ναι, το λοιπόν, η Monica διαβάζει Κάλλας!
Ντύθηκα η καλή σου, στολίστηκα,
έβαλα και τα σανδάλια μου και κίνησα. Και λέω σανδάλια γιατί στο Ηρώδειο και
στα μέρη τα τέτοια τα ευαίσθητα δε βάζουμε τακούνες, γιατί πληγώνουμε τα
μάρμαρα. Όλοι το ξέρουν αυτό.
ΑΜ ΔΕ!!!!!
Τί το ‘θελα και πήγα, που δεν
καθόμουν σπιτάκι μου, να ξεκουραστείς κι εσύ, να δω κι εγώ Μέλλισες, Μύγες,
Τρυποκάρυδους, Σασμούς, λοιμούς και καταποντισμούς, που με το που μπήκαμε με ήρθε
νταπλάς τρικούβερτος.
Ε ρε τακούνα και κακό! Πεντάποντα,
δεκάποντα, δωδεκάποντα, να και κάτι στιλέτα που σε καρφώνουν και κιχ δεν
προλαβαίνεις να βγάλεις, χρυσά και με πούλιες και τί να σε λέγω.
Όχι όλοι. Ευτυχώς. Να το πω, το
άδικο ούτε ο Θεός, οι περισσότερες, γιατί για εμάς τις γυναίκες μιλάμε,
φορούσαν χαμηλά. Απαλά πατούμενα, να σεβαστούν το χώρο, να μην βλάψουν, κακό
μην κάνουν.
Αλλά ήταν εκείνες οι φόνισσες, οι
δολοφόνες, οι κακούργες που με μάνιασαν. Πού πας κυρά μου με την τακούνα; Στο
πανηγύρι του χωριού σου να σε δει η κοντοχωριανή η Μαρίτσα να σκάσει από το
κακό της που εσύ έχεις κι αυτή όχι;
Και πού να περπατήσουν καλά, που
τα μάρμαρα αρχαία και ταλαίπωρα τα γιαβράκια μου. Και να, να τρυπάνε το μάρμαρο
για να μην γκρεμιστούνε, να τσακιστούνε, να ησυχάσουμε.
Τις άκουγα τις μικρές φωνούλες
πόνου τις μαρμάρινες. Να, μα τον άγιο, τις άκουγα. Να μη σώσω, τις άκουγα. Και
λες, ένιωθα πως εμένα τρυπάνε. Μέσα στην καρδιά μου, δεκαπεντάποντα στιλέτα με
μαλλί κομμωτηρίου.
Και να οι φωτογράφοι και οι
καμεραμάνοι, πρεμιέρα, βλέπεις. Και να οι ταξιθέτριες κι οι ταξιθέτες. Και οι
υπεύθυνοι χώρου. Κι ούτε ένας να λέει, ούτε μια ανακοίνωση να βροντοφωνάζει
«ΒΓΑΛΤΟ ΜΑΡΗ ΚΑΜΠΙΑ ΤΟ ΠΑΤΟΥΜΕΝΟ
ΤΟ ΜΥΤΕΡΟ, ΠΟΥ ΤΟ ΡΗΜΑΞΕΣ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ».
Καλά, δεν πέρασα. Ήταν κι η Monica αταλάντου
και αδιαβάστου γωνία, να μην ξεκολλάει ο μάτης από την οθόνη που είχε μπροστά της
να της λέει τα γραμμένα, δήθεν τάχαμου χαμένη στις σκέψεις, ποιες σκέψεις καλέ,
που, άμα αργούσε να βγει η γραμμή την έλουζε κρύος ιδρώτας, λες και πέντε λεπτά
πριν την παράσταση την είπαν «εσύ θα διαβάσεις» και δεν πρόλαβε ούτε μια ματιά
να ρίξει, ήταν κι όλες οι άσχετες που ήρθαν να μου σφαγιάσουν το μάρμαρο, που
εσένα περίμενε μαρή το αρχαίο, που άντεξε του λιναριού τα πάθια τόσους αιώνες
να έρθεις για να το αποτελειώσεις.
Ίσα λινάτσες της ψευτοκουλτούρας!
Ίσα κάμπιες του τελεβίζιου!
Η Τέχνη ήταν πριν από εσάς και θα
είναι και μετά από όλους μας. Υπέροχη, ακέραια, αλησμόνητη. Κι όταν την
πληγώνετε, εκείνη ξανασηκώνεται και σας πετάει τη φτώχεια σας στα μούτρα. Στα
μπογιατισμένα, φουσκωμένα μούτρα σας.
Σηκώνεται, βάζει τα σανδάλια της κι
αφήνει ίχνη σε κάθε βήμα της….
Κούλα Κούτσαβλου
Σάββατο 31 Ιουλίου 2021
Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021
Τρίτη 6 Ιουλίου 2021
Κυριακή 4 Ιουλίου 2021
Της Υποφαινομένης...
42.
Κι όχι τίποτ’ άλλο, αυτό
που με διαολίζει στ’ αλήθεια είναι ότι κάνεις λες και δεν το ‘ξερες.
Το ‘ξερες και το ‘ξερα κι
εγώ από την πρώτη στιγμή. Ή όχι αλλά, τί σημασία έχει;
Ναι, ξέρω, τώρα θα μου
πεις ότι σου έταξα άλλα και άλλα είχες ονειρευτεί. Τίποτα δεν σου έταξα, άκου
τα αφού τα θέλεις. Τίποτα απολύτως δεν σου έταξα. Έτσι μου ‘ρθε ότι θα
ταίριαζες και κάπως μέσα στο μυαλό μου κόλλησε η εικόνα και μου φάνηκε καλή
ιδέα.
Ή μάλλον, ούτε καν ιδέα,
μια σκέψη, έτσι αυθόρμητα, ούτε, μια αίσθηση, πες. Έτσι μου ‘ρθε ότι θα
ταίριαζες, εντάξει;
Κι εδώ που τα λέμε, κι
εσύ, χωρίς καν να με ξέρεις, έτσι, μου ‘ρθε εμένα κι εσύ το πίστεψες. Με τη
μία. Και πού ξέρεις εσύ αν εγώ δε λέω ό,τι μου σκάσει; να τώρα.
Και στην τελική τί
δραματικό συνέβη, μου λες; Πεταμένο σε βρήκα, μισερό, κακομοιριασμένο. Όταν σε βρήκα,
όλοι σε είχαν πιο πριν προσπεράσει. Αυτή είναι η αλήθεια. Όλοι σε είχαν πιο
πριν προσπεράσει κι εγώ σε βρήκα. Σε βρήκα, σε καθάρισα, σου μίλησα, σε φίλησα,
ταξίδεψες μαζί μου, σε έφερα στο σπίτι μου. Ανάμεσα σε χιλιάδες, σε ξεχώρισα. Και
κάπως μου ‘ρθε ότι ανήκεις.
Λοιπόν, άκου, δεν τα μπορώ
αυτά. Εδώ, μαζί δεν είμαστε;
Εγώ κι εσύ, έτσι όπως τόσο
μοιάζουμε, μαζί δεν είμαστε; Κάθεσαι τόση ώρα εδώ κοντά μου και τα λέμε. Πάει να
πει, όλα καλά πήγαν. Σε βρήκα, με βρήκες, τί σημασία έχει; Δεν είμαστε εδώ
μαζί;
Μόνο αυτό έχει σημασία.
Και ότι μοιάζουμε τόσο.
Κι ας λέει ο κόσμος ότι
είσαι μόνο ένα σπασμένο κοχύλι.
Κυριακή 27 Ιουνίου 2021
Δευτέρα 7 Ιουνίου 2021
Παρασκευή 28 Μαΐου 2021
Παρασκευή 21 Μαΐου 2021
Σάββατο 15 Μαΐου 2021
Κυριακή 9 Μαΐου 2021
Της Ζωής…
Κυρά μου γλυκιά,
Τότε που στο φως, φως μου έγινες, όλα πήραν τη θέση τους στον κόσμο μου.
Εκεί που αγρίμι μέσα στου κόσμου την στέπα τριγυρνούσα σε σειρά είπα την τρέλα μου θα βάλω και τα αληθινά από τα ψεύτικά μου θα ξεχωρίσω.
Ένα ταξίδι της ψυχής θα ξεκινήσω, από το χέρι θα σε πάρω, και με τα μάτια κλειστά όλα του κόσμου τα θεάματα θα δω.
Από μέσα προς τα έξω τα πράγματα θα κρίνω και τίποτα για δεδομένο ξανά δεν θα πάρω.
Κι έτσι ξεκίνησα, δειλά στην αρχή, πιο θαρρεμμένα έπειτα, κείμενα και στιχάκια άτεχνα, σε τοίχους και βιβλία και τετράδια κοινά και πιο δικά μας να σκαρώνω
Όλα τα είπα, και τα όμορφα μα και τα άσχημα κι ούτε για μια στιγμή
Δεν είπα «άστο, δεν συμφέρει».
Πορείες και απεργίες, και του κόσμου τον πόνο που άλλους αφορά κι άλλους όχι
Αντάμωσα.
Έκαμα φίλους ακριβούς
Έκαμα κι εχθρούς
Τιμημένοι όσοι στο ύψος και των δύο κορυφών αυτών με αξιοπρέπεια στάθηκαν.
Κάποιοι εχθροί έγιναν φίλοι
Από πόνο η φιλία και κράτησε
Κάποιοι φίλοι έγιναν εχθροί
Μα δε βαριέσαι
Για τους ανθρώπους τα ανθρώπινα.
Και περπατώντας σε απόκρημνα και γεμάτα στροφές μονοπάτια
Έφτασα εδώ,
Σε μιας αυγής την άκρη
Το σκοτάδι λιώνει στην άκρη του ουρανού
Και σου μιλώ
Και σου ζητάω κάτι
Πρώτη φορά μα όχι τελευταία.
Ότι και να γίνει, σε όποιους δρόμους κι αν σε βγάλει του κόσμου η τροχιά
Μη χαριστείς, το στόμα σου μη κλείσεις
Τα μάτια μη σφαλίσεις σε όσα βάραθρα χάσκουν ανοιχτά.
Το στήθος σου να στήνεις μπροστά στα μαχαίρια
Σε όλες τις αλήτικες στιγμές, αλήτης
Και σε όλες τις ιερές, αγία.
Αγία στων ανθρώπων τα μέτρα
Και τρυφερή και άγρια
Και πάντα όρθια.
Ποτέ, Κυρά μου, ποτέ
Σημαία Λευκή μη σηκώσεις
Ακόμα κι όταν εγώ στη γη γονατίσω
και τα χέρια στο χώμα θέσω.
Γι’ αυτό σου γράφω σήμερα.
Ό,τι σου λέω στα κρυφά σαν κοντά σου κάθομαι
Και να κοιμάσαι σε βλέπω
Σε κάθε μία της ανάσας σου στροφή
Ευχή μία κάνω.
Όρθια και αληθινή
Μαχαίρι μα και χάδι
Τίποτα να μη στερήσεις και να μη στερηθείς
Κι ό,τι θελήσεις να αγωνιστείς και να το πάρεις
Πρότυπο κανένα να μη στήσεις
Κι ούτε Θεούς κι ούτε Δαιμόνους μην πιστέψεις
Παράδειγμα εσύ για σένα, και όνειρο η κορφή η δική σου κι όχι η ξένη
Του κόσμου τη σκληρότητα και να ευχηθώ
Να μη γνωρίσεις
Δε θα γίνει
Εύχομαι λοιπόν
Σαν στο δρόμο σου τη δεις
Να τη γνωρίσεις
και πρώτη να προλάβεις
στα μούτρα να τη φτύσεις και να πεις
«δεν είναι τόπος για σένα εδώ»
Και γρήγορα να φύγεις για τα όμορφα
Και τα άφθαρτα
Και τα αληθινά
Και τα κρυμμένα
Που είναι και τα σημαντικά.
Τα μεγάλα και τα ηχηρά να αποφεύγεις
Και σαν μεγάλες αγκαλιές θα συναντάς
Μακριά τους να στέκεσαι
Την κάθε στιγμή να τιμάς
Και τίποτα να μην αφήνεις
Τον ήλιο της ψυχούλας σου να κρύψει.
Στα λέω εγώ, η τρελή που λάθη έκαμε μεγάλα
Που πότε Υπέροχη και πότε Τέρας ονομάστηκε
Και κάποιες φορές – δυστυχώς – πίστεψε και στα δύο.
Να πιστέψεις στον εαυτό σου και να κοιτάς τα χέρια σου και όχι παραπέρα. Και, θυμήσου, τη Λευκή Σημαία, στο ντουλάπι του χρόνου να την κλείσεις. Όσο θα ανασαίνω, την τελευταία μου ανάσα θα φυλάγω, μήπως και τη χρειαστείς…
Είσαι η καθαρή σταλιά μου…
Παρασκευή 7 Μαΐου 2021
Τρίτη 27 Απριλίου 2021
Παρασκευή 23 Απριλίου 2021
Δευτέρα 19 Απριλίου 2021
Γράμμα...
Πέμπτη 15 Απριλίου 2021
Πέμπτη 8 Απριλίου 2021
Παρασκευή 2 Απριλίου 2021
Πέμπτη 1 Απριλίου 2021
Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021
Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021
Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021
Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021
Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021
Σήμερα Γιορτάζουμε!!!
Σήμερα
γιορτάζουμε! Γιορτάζουμε γιατί γνωριστήκαμε, γιορτάζουμε γιατί ερωτευτήκαμε,
γιορτάζουμε γιατί φτιάξαμε το σπίτι μας, γιορτάζουμε γιατί υπερασπιστήκαμε τη
ζωή μας, γιορτάζουμε γιατί έντεκα χρόνια ζούμε πλάι – πλάι, με αγάπη, με
σεβασμό, με αγκαλιές, με διάλογο, με συνέπεια, με αλήθεια. Γιορτάζουμε γιατί σε
κάθε στιγμή, όσο μακριά κι αν είμαστε, αναζητούμε η μία το βλέμμα της άλλης,
είμαστε η μία στη μεριά της άλλης. Και γιορτάζουμε γιατί τόσοι άνθρωποι γύρω
μας, γιορτάζουν μαζί μας. Και ονειρεύονται να γιορτάσουμε όλοι μαζί, να
πνιγούμε στις αγκαλιές και στα φιλιά και στα γέλια και στα δάκρυα. Γιατί έτσι
γιορτάζεται η αγάπη.
Όσοι δεν
μας αγαπάνε, δεν είναι κοντά μας έτσι κι αλλιώς. Όσοι ντρέπονται για εμάς, δεν
είναι κοντά μας έτσι κι αλλιώς. Όσοι μας κρίνουν επειδή και μόνο αγαπιόμαστε,
δεν είναι κοντά μας έτσι κι αλλιώς. Δική τους η επιλογή και η απόφαση. Πώς να
την κρύψεις την αγάπη;
Κι αν εμείς
δεν έχουμε αίθουσες μεγαλόπρεπες και σκαλιά εκκλησίας και δημαρχεία, δεν
πειράζει. Κι ένα κάποιο γραφείο, μίας κάποιας συμβολαιογράφου, μας είναι
παραπάνω κι από αρκετό. Και τα καθημερινά μας ρούχα μας είναι αρκετά. Τα χέρια
μας να είναι πλεγμένα, αυτό είναι το αναγκαίο. Και αυτό υπάρχει.
Γιατί η
αγάπη μας ανοίγει τον ουρανό, τη γη, κάνει πέρα τα σύννεφα, ανατέλλει τη μέρα.
Την Ημέρα. Την Ημέρα που λέγεσαι Συζυγός μου, Συντρόφισσα της ζωής μου, διπλανή
μου ανάσα στο μαξιλάρι. Την ημέρα που οι αποφάσεις μας θα είναι δικές μας κι
όχι κάποιου άνισου νόμου. Την ημέρα που δεν θα ανησυχώ πια μήπως μου πάθεις
κάτι και δεν θα μπορώ να είμαι στο πλάι σου, όπως πάντα. Τη σημερινή Ημέρα.
Κι αν
λέγεται Σύμφωνο Συμβίωσης και όχι γάμος, ακόμα καλύτερα. Γιατί Συμφωνώ να σ’
αγαπώ και είναι η Συμβίωση μαζί σου που επιλέγω. Κάθε μέρα. Κάθε στιγμή. Για
όσα χρόνια πέρασαν και όσα θα έρθουν. Συμφωνώ. Πάει να πει, ενώνω τη φωνή μου
με τη δική σου. Ενώνω τη ζωή μου με τη δική σου…
Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021
Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021
Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2021
Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021
Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2021
Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021
Τα καραντινιασμένα - 5
Αγαπητό
μου πόδι,
Θα
στο πω, αλλά μόνο σε σένα. Που εκ φύσεως, είσαι ουδέτερο. Τουτέστιν και
αμερόληπτο. Λέμε, ΤΟ πόδι. Δηλαδή, η θεια μου η Όλγα έλεγε και «ο πόδης», αλλά
ήταν μικρασιάτισσα και εκεί τότε, έτσι τα λέγανε. Επίσης έπλεκε με ψιλό
βελονάκι μέχρι τα ενενήντα φεύγα της. Χωρίς γυαλιά. Έλεγε «όσο με κρατούν τα
μάτια και ο πόδης μου μετριέμαι στους ζωντανούς. Μετά, να με γράψετε στους
αποθαμένους και να με δώκετε και μια να πάω καλλιά μου». Πέθανε πανευτυχαδούρα
στα εκατόν δύο εκεί που έπινε το καφεδάκι της στο μπαλκόνι μετά το
σφουγγάρισμα. Εσύ να τα βλέπεις αυτά που περπατάμε κατιτίς παραπάνω καμιά φορά
και είσαι μες στη γκρίνια.
Αλλά
και η φιλενάδα η Λενιώ από τα Χανιά, λέει, Η πόδα, Η χέρα. Η Λενιώ κάνει
ομολογουμένως τα νοστιμότερα σκαλτσουνάκια του σύμπαντος, οπότε, μπορεί και τα
λέει όπως θέλει.
Αλλά
δεν είναι αυτό που θέλω να σου πω.
Εγώ
που λες εχτές έπρεπε να κάνω το τσεκάπι το αιματολογικούν του χρόνου. Είμαι εγώ
να ζω με αγωνίες; Όχι, το λέω και το υπογράφω. Εξού και κάθε χρόνο πάω στους
βρικολάκους και με παίρνουν το αιματάκι μου και με το εξετάζουν να με δουν που
είμαι γερό σκαρί με τζίφρες και υπογραφές.
Όμως,
επειδή μετά τα πρώτα διακόσια μέτρα αρχίζει το δικό σου το γκρινιλίκι και τα
«δεν μπορώ, δεν είναι δρόμοι αυτοί, πόσο πια να σε σηκώνω που καλύτερα στο
κάτεργο να ήμανε, κακούργα κοινωνία» και τα τοιαύτα τα δικά σου, λέω, θα πάρω
το αυτοκίνητο να πάω και να έχω και το κεφάλι μου ήσυχο. Δηλαδή, δε με φτάνει
που κάθε χρόνο έχω το άγχος μου να βγουν οι εξετάσεις καλές, που τέτοια αγωνία
ούτε όταν περίμενα τα αποτελέσματα των εισαγωγικών, να έχω κι εσένα.
Εγώ
το αυτοκίνητο δεν το προτιμώ. Όχι που δε μου αρέσει να βολτάρω. Μ’ αρέσει, πώς
δε μ’ αρέσει. Βάζω και τη μουσικούλα μου, κάνω και τις γύρες μου, όλα καλά.
Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να γυρίσω. Εδώ είναι που τα χαλάμε.
Γιατί
δεν είναι ότι θα το διπλώσω, θα το βάλω στη τσέπη και θα πάω σπίτι μου. Θα
πρέπει να το παρκάρω. Και εδώ αρχίζει η Οδύσσεια ενός ξεπαρκάριστου. Που κάθε
φορά που με βρίσκει αυτή η μαύρη ώρα θυμάμαι τον Joyce και τον δικό του τον Οδυσσέα, που
μόνο κάποιοι κακορίμπαλοι έχουν στέρξει να τον διαβάσουν ολάκερο, που μας πάει
κύμα – κύμα μέχρι να παγώσει η κόλαση.
«Να
εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος», ο άλλος, ο Αλεξανδρινός. Σε δώκαμε ένα
σκασμό βραβεία για να μας λες τέτοια. Καλέ, εδώ πλησιάζω στη γειτονιά κι αρχίζω
τις προσευχές μπας και βρω να παρκάρω στο μισάωρο. Γιατί, αυτός που έφτιαξε την
Αθήνα, όχι παιδί μου ο Κέκροπας, αν και αυτός, μισός άνθρωπος μισός φίδι καλό
θα έκαμε;, τέλος πάντων, ο πρώτος πολεοδόμος της Αθήνας που δεν ήταν ένας αλλά
δύο, οι αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Σάουμπερτ, εκεί πίσω στα 1832, δεν προέβλεψαν
εμένα να ψάχνω να παρκάρω τη Φροσάρα στο Εξάρχειο, καθημερινή μεσημέρι.
Και
να ‘μαι που λες, στο γύρω – γύρω, ικετεύοντας να φύγει κάποιος ψυχοπονιάρης, να
πάρει νωρίς άδεια, να γεννάει η γυναίκα του, να θέλει να περάσει μερικές ημέρες
στο χωριό, να τα βροντήξει όλα κάτω και μαύρη πέτρα να ρίξει πίσω του, κάτι
τέλος πάντων, μπας και βρω μια θεσίτσα να βολευτώ κι εγώ, να πάω σπίτι μου, που
είμαι με δυο γουλιές νερό και το στόμα τσαρούχι από τη Ρούμελη, γιατί τέτοια
θέλουν οι βρικολάκοι για να δείξουν καλά οι εξετάσεις, δε σε θέλουν με τα
καφεδάκια σου και με τα πρωινά σου, ήρεμο και γαλήνιο. Θέλουν να είσαι έτοιμος
να παραδώσεις ψυχή.
Για
να μη στα πολυλογώ, κατά την τριακοστή έβδομη γύρα πιάνει το μάτι μου ένα κενό
που δεν ήταν εκεί καμία από τις προηγούμενες τριακόσιες έξι γυροβολιές.
ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ!
ΣΤ’ ΑΡΜΑΤΑ! ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙ ΚΙΝΗΣΗ, ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ ΟΛΟΙ!!!
Στρίβω
όλο χάρη, πλευρίζω το έμπροσθεν όχημα και συνειδητοποιώ ότι, ΑΝ χωράω να
παρκάρω, χωράω με διαφορά χιλιοστού. Αν, ξαναλέω.
Παίρνω
ανάσα, σβήνω ραδιόφωνο, μαζεύω τα κουράγια μου και ξεκινώ. Και τότε είναι που
πλησιάζει.
Χειρόφρενο,
μανούβρα, δύο εκατοστά, πάλι μπροστά και πάλι από την αρχή. Η Φροσάρα πλησιάζει
το κράσπεδο σαν κινέζικο μαρτύριο. Σταγόνα – σταγόνα που λέει και το Τζενάκι, η
Βάνου ντε, αχ δεν υπάρχουν πια τέτοιες φωνές, στα αζήτητα έφυγε κι αυτό το
χρυσό κορίτσι…
Τέλος
πάντων.
Κι εκεί που
είμαι κάπου στη μέση, πάει να πει, μισή η Φροσάρα στη θέση, μισή στη μέση του
δρόμου, που ο λόγος τον λέει δρόμο, ένα στενό, ανηφορικό στους πρόποδες του
Λυκαβηττού που ήταν, λέει ο μύθος, ένας βράχος που κουβαλούσε στα χέρια της η θεά
Αθηνά και της έπεσε έπειτα που, λέει, ένα κοράκι της έφερε μια κακιά είδηση.
Τότε ήταν, λέει ο μύθος, που και τούτα έγιναν μαύρα κι άραχλα. Από τότε ήταν
που δεν μπορούμε να παρκάρουμε στο Εξάρχειο, έχω να συμπληρώσω.
Τον βλέπω
στον καθρέφτη που πλησιάζει και πλησιάζει και φουσκώνει και ξεφουσκώνει, λύνει
τη ζώνη, κοκκινίζει, ανάβει τσιγάρο, κοιτάει άγρια και τελικά το κάνει. Κορνάρει.
Αυτό δε θα
τελειώσει όμορφα, σκέφτομαι.
Κάνω πως
δεν καταλαβαίνω γιατί είναι και πολλά χρόνια η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και
δεν έχω τόσα για σπατάλημα. Συνεχίζω το ψιλό επί της οδού γαζί.
«Τί θα
γίνει, θα το ξημερώσουμε;»
Εγώ ναι,
έστω και στο κάγκελο, για σένα δεν είμαι και τόσο σίγουρη, ξαναματασκέφτομαι. Και
συνεχίζω…
Πέντε λεπτά
αργότερα που φάνηκαν τουλάχιστον εικοσιοχτώ και μάλιστα από τα καλύτερα μου
χρόνια, η Φροσάρα αράζει ανακουφισμένη ανάμεσα σε ένα κόκκινο και ένα γκρι,
μάρκας… αυτοκινήτου τί τα θες τί τα ζητάς τώρα κι είμαι εγώ και μαζεύω τσάντες,
μαντήλια, μάσκες, τηλέφωνα και τα διάφορα λοιπά που αμολάω κάθε που είμαι στ’
αμάξι και ετοιμάζομαι να βγω.
Και με πλευρίζει.
«Άντε, στο
δίνω, ούτε άντρας δεν το χωρούσε εδώ που το ‘βαλες. Όχι, μπράβο».
Και κάνει
μια και φεύγει, πάρα πολύ ικανοποιημένος από τον εαυτό του.
Εδώ
παρένθεση. Κι αν έχω μέσα στη Φροσάρα. Χαρτομάντιλα, νεράκι, τσίχλες, στυλό,
χαρτί, βαφτικά, μέχρι και καθρεφτάκι έχω, που από καθρέφτες η Φροσάρα άλλο
τίποτα.
Ηρεμιστικό
δεν έχω.
Που εγώ
τώρα αυτό χρειάζομαι.
Αλλά πρόλαβες
κι έφυγες ρε μπαγάσα και δε σε πήραν τα σκάγια που θα μου πεις εμένα «ούτε
άντρας». Ότι δηλαδή γεννιέται τ’ αρσενικό, Θέ μου σχώραμε και μετά το μπιμπερό
παίρνει το υπερμονοπώλιο του παρκαρίσματος.
Κι
όχι τίποτ’ άλλο, αλλά με διαολίζει που θα νιώθει κι ότι έκαμε και κομπλιμάν
μεσημεριάτικο. Που με είπε μουστακαλή και τεχνίτη στο παρκάρισμα. Που άμα και
δεν είμαι μουστακαλής δε δικαιούμαι να παρκέρνω αξιοπρεπώς δηλαδή.
Αλλά
δε φταις εσύ, όχι. Φταίει ο Κλεάνθης και το συνεργατάκι του ο Σάουμπερτ για να
μην ανοίξω το στόμα μου και πω για τους μετέπειτα, που και δαύτοι ούτε που τους
πέρασε από το κάκαυλο να φτιάσουν τους δρόμους ένα τσικ πιο φαρδουλούς. Για να
μην αρχίσω και με την Αθηνά που σ’ έπεσε Κυρά μου ο βράχος, μάζεψέ τον να τον
πας παραπέρα, που μ’ έμαθες στα σαλόνια και στους Όλυμπους και δεν καταδέχεσαι
να συμμαζέψεις τις ζημιές σου και μας αφήνεις με την κοτρώνα μέσα στη μέση.
Που,
βέβαια, θα με πεις, τρελαίνομαι σαν τη βλέπω από το μπαλκονάκι μου να γυαλίζει
μέσα στο βράδυ. Αλλά, αν είμαι στο μπαλκονάκι μου, πάει να πει ότι έχω ήδη
παρκάρει, βλέπεις…
Κούλα
Κούτσαβλου
Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021
Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2021
Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021
Τα καραντινιασμένα - 4
Αγαπητό
μου πόδι,
Μη
μου λες ότι πέρασαν μέρες, γιατί δεν πέρασαν. Δηλαδή, κι αν πέρασαν με το γάλα
και το γιαούρτι τις μετράω. Από πότε λήγουν πάει να πει. Τί δεν καταλαβαίνεις;
Θα με πεις, πόδι είσαι, πού να καταλάβεις εσύ από γάλατα και γιαούρτια. Πού μια
χαρά θα καταλάβαινες αν ήταν όντως γάλατα και γιαούρτια κι όχι κάτι ξεπλύματα
άσπρα, δήθεν τάχαμου γάλατα και γιαούρτια. Γιατί αν ήταν καλά, δηλαδή κανονικά,
εσύ δεν θα έσπαγες πουλάκι μου, πονεμένο μου, γλυκό μου.
Γιατί
θα είχες ασβέστιο. Και το ασβέστιο προστατεύει τα κόκκαλα από το να σπάνε και
να γεμίζει η πόλη γύψους. Που και ο γύψος με ασβέστη μοιάζει. Που μοιάζει με το
ασβέστιο. Άρα γι’ αυτό τον βάζουν στα πονεμένα και σπασμένα ποδαράκια σαν και
του λόγου σου. Που κι αλλού τον βάζουν αλλά εσύ είσαι το θέμα μου.
Τον
βάζουν και στα γλυκά του κουταλιού. Τον ασβέστη, όχι τον γύψο. Κάνεις ένα γλυκό
κολοκύθι κι ένα βερίκοκο, να γλύφεις και τα δάχτυλά σου. Άμα βάλεις γύψο δεν θα
μπορείς να κουνήσεις, οπότε δεν θα εκτιμήσεις και το γλυκό. Που χάλια θα γίνει.
Με το γύψο, όχι με τον ασβέστη.
Τέλος
πάντων.
Είπα
ασβέστη και μετά είπα γύψο και θυμήθηκα που έχουμε Χούντα. Δηλαδή δεν το λέμε
Χούντα γιατί είμαστε πολύ του καθωσπρέπει, αλλά Χούντα έχουμε. Γιατί τότε
έλεγαν του κοσμάκη όλα τα κακορίμπαλα και τον έβαζαν να τα κάνει.
Παράδειγμα.
Έλεγαν ότι απαγορεύεται η κυκλοφορία «περί την Δύσιν του Ηλίου», έκλεισαν και
τα σχολειά και απαγορευόταν κιόλας οι συγκεντρώσεις των τριών ατόμων σε ανοιχτό
και των πέντε ατόμων σε κλειστό χώρο.
Κάτι
σε θυμίζει, όχι;
Μόνο
στην εκκλησία κάναν σκόντο γιατί έλα να τα βάλεις με τον θεούλη, δηλαδή όχι με
τον ίδιο γιατί δεν προβλέπεται αλλά με τους εκπροσώπους του επί της γης. Αλλά
αυτά θα σε τα πω άλλη φορά.
Λοιπόν,
στη δικιά μας, τη Χούντα ντε, τα ίδια αλλά στο πιο ντεφιλέ του. Λένε, για να σε
δώκω να καταλάβεις, να βγεις, αλλά με μέτρο. 1,5 για την ακρίβεια. Κι ενώ πριν
δεν μπορούσα να μετρήσω παρά με τις απαλάμες, ξέρω τώρα να σε πω πόσο είναι το
1,5 μέτρο σε δυο δευτερόλεπτα κι ούτε βλέφαρο δεν κουνιέται. Όχι που μου έλεγε
εμένα ο Θανασάκης για τα είκοσι εκατοστά…. Όλοι οι μύθοι σιγά – σιγά καταρρίπτονται
και οι ιστορικές αλήθειες ξεσκεπάζονται Θανασάκη…
Κι
άμα βγεις, για λίγο να βγεις και μέχρι τις 9 να είσαι μέσα. Ούτε η μάνα μου. Που
κι αυτή 9 μου έλεγε να γυρνάω από τα σοκάκια αλλά όταν αργούσα, άντε κανένα
γρύλισμα, μια φορά μου τράβηξε και την κοτσίδα. Αλλά 300 ευρώ δεν με έβαλε να
πληρώσω ποτέ. Το δίκιο θα το πω. Μια φορά μόνο που έσπασα ένα τασάκι της κυρά Λίτσας
της γειτόνισσας γιατί εκείνες έπιναν καφέ κι εγώ έπαιζα μπακάλικο και το
έσπασα. Με έβαλε και το πλήρωσα από το χαρτζιλίκι μου, ακόμα το θυμάμαι. Και
έφαγα και ξύλο όταν γυρίσαμε σπίτι.
Τέλος
πάντων.
Δηλαδή,
τί σημασία έχει να γυρίσουμε 9 ή 10 ή 11; Να μη μαζεύεστε λέει και κολλάτε ο ένας
από τον άλλον. Που άμα θέλω να κολλήσω δεν μπορώ να κολλήσω μεσημεριάτικο,
πρέπει να είναι το μαύρο το μεσάνυχτο. Πού στην πρώτη καραντίνα, γιατί τώρα
είμαστε στη δεύτερη, δεν κινούνταν ούτε μύγα και τώρα το πάμε σορολόπ φτάνει να
μην έχει πάει 9.
Εγώ
αυτά δεν τα καταλαβαίνω. Κάνε, λέει, πρωτοχρονιά το μεσημέρι κι όχι το βράδυ.
Το βράδυ κολλάει. Και μέχρι 9 άτομα. Νάτο πάλι το 9. Μπαμ το τασάκι, θρύψαλα, πάει
το χαρτζιλίκι.
Κούλα
Κούτσαβλου
ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ 18 στο Θέατρο του Νέου Κόσμου
Έτσι σε χτυπάει η μνήμη. Πισώπλατα. Εκεί που δεν το περιμένεις. Και η διαδρομή της, κι αυτή, έτσι πισώπλατη. Παρίσι – Στρασβούργο, Νταμάρι...
-
Είναι εκεί, το βλέπω. Στο πάτωμα. Δεν ήθελα να συμβεί αυτό, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά έγινε. Μπορεί μια τυχαία κίνηση, μια άτυχη στιγμή,...
-
Έτσι σε χτυπάει η μνήμη. Πισώπλατα. Εκεί που δεν το περιμένεις. Και η διαδρομή της, κι αυτή, έτσι πισώπλατη. Παρίσι – Στρασβούργο, Νταμάρι...
-
Θα την πω, μια απαλή, αέρινη, σχεδόν χωρίς κανένα χρώμα, κουρτίνα, που χορεύει στον άνεμο. Ξάφνου, από πού ακούγονται όλα αυτά τα πουλιά...
































