Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021

Της Ελευθερίας...


 

Αγαπητό μου πόδι,

εγώ δεν ξέρω τί έγινε. Μπροστά δεν ήμουν. Αυτό που ξέρω είναι ότι άκουσα τη φίλη μου διαλυμένη. Δ ι α λ υ μ έ ν η.

Να μου διηγείται ότι τη διαπόμπευσαν, ότι ακούστηκαν λέξεις όπως "βρωμιάρα", φράσεις όπως "μπάζεις τον έναν και τον άλλο στο σπίτι σου", και ότι όλα αυτά έλαβαν χώρα στη μέση του δρόμου, έναν δρόμο που μένει όλη της τη ζωή, σε έναν δρόμο όπου ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, χώρισε, μεγάλωσε το παιδί της μόνη ολομόναχη, γύρισε άπειρες φορές κομμάτια από τη δουλειά, φύτεψε ένα λουλουδάκι, ξαναερωτεύτηκε, μαγείρεψε, έβαλε σκούπα, γέλασε με την καρδιά της, έπεσε στα πατώματα κλαίγοντας, ξανασηκώθηκε, ξαναέπεσε. Σε αυτόν τον δρόμο.

Τον έχω περπατήσει αυτό το δρόμο. Με γλυκά στο χέρι, με ταπεράκια φεύγοντας, με λουλούδια, φωνάζοντας από μακριά «άνοιξε καλέεεε». Τον έχω περπατήσει κρατώντας το χέρι της κόρης μου, αγκαλιά με φίλους, αγκαλιά με το γιο της.

Αγκαλιά. Κρατημένη από το χέρι.

Ε, αυτόν τον ίδιο δρόμο, κάπως εμπόδισε τις προάλλες. Κι έγινε το μάλε βράσε. Γιατί, να μην είσαι βρωμιάρα και καριόλα που πηδιέται από εδώ κι από ‘κει, να τον εμποδίσεις το δρόμο, όχι μία, χίλιες φορές. Και θα βγω και με το χαμόγελο, να τον εμποδίσω κι εγώ μαζί σου. Αλλά όχι να είσαι του σχοινιού και του παλουκιού και να μας κλείνεις και το δρόμο, νοικοκυραίους αθρώπους. Κάπου ώπα δηλαδή.

ΚΑΠΟΥ ΩΠΑ!!!

Γιατί αν είσαι ακατανόμαστη, που δεν ήξερες να κρατήσεις το σπίτι σου κι ας σε έπιανε από το λαιμό το χτήνος το δίποδο κι ας ήσουν δυστυχισμένη, - τί πάει να πει; - αν είσαι ακατανόμαστη το λοιπόν, μου χαλάς τη μόστρα. Συνεπώς και το δρόμο, τον πάναγνο, τον φτιαγμένο μόνο για να πατούν οι ευλογημένοι, οι εσαεί με το κούτελο στα ουράνια, αυτοί που την οικογένειά τους την έχουν κορώνα στο κεφάλι τους.

Έρχεσαι το λοιπόν και φέρνεις τα ύστερα του κόσμου. Και δεν κρατιέμαι ο επιούσιος, έρχεται και μου ανεβαίνει το αίμα στην κλάβα. Άντε, να μην ανοίξω το στόμα μου. Που αν το ανοίξω δε σε ξεπλένουν δυο ποτάμια.

Τελικά, το άνοιξε. Γιατί, έτσι είναι ο τσαμπουκάς. Ο ωραίος, ο παντελονάτος. Το άνοιξε και βγήκε τσάρκα όλη η σηπτική δεξαμενή, τη λες και βόθρο, στο χωριό μου πάντως, σκατομαζώχτρα τη λέγανε. Αφού δεν τις άρπαξες κιόλας, καλά να λες. Και ήρθαν προς βοήθειά μου και άλλοι με τα παντελόνια φουσκωμένα από τεστοστερόνη και με τις γαϊδουροφωνάρες τους. Και στα είπα όλα αυτά για να μαζευτείς και να έρθεις στον ίσιο το δρόμο. Εγώ για το καλό σου στα είπα. Γιατί προκαλείς, παραδέξου το. Που αντί να με ευχαριστήσεις και να καταλάβεις ότι έχεις ξεστρατίσει, πας και συγχύζεσαι…

Και να το ‘χω το κορίτσι στο ντελέφωνο, να μου εξηγεί ότι το σέβεται το σπίτι της και να κλαίει και να το βλέπω μπροστά μου το φουστανάκι της ψυχούλας της κουρελιασμένο, κομμάτια, να και το μαλλί μαδημένο, της ψυχής της σε λέω τζάνεμ’, το κατακόκκινο μαλλάκι της το πανέμορφο.

Ένα ζωάκι άκουγα. Τρομαγμένο, σε μια γωνιά, εκεί, στριμωγμένο.

Και σκεφτόμουν, όλα καλώς καμωμένα βρε αλήτες, τίποτα δε λογαριάσατε γιατί πού να τη βρείτε την τσίπα, εκείνη τη μουριά της τη φουντωμένη στην αυλή της που φωνάζει αγάπη, δεν την ντραπήκατε; Αυτή, μπρε ρεμάλια, αυτή θα θυμάται κι εσάς και τις πομπές σας.

Δεν είσαι μόνη, φιλεναδίτσα μου. Κι αν δρόμος φαντάζει κάπως φοβιστικός τώρα, πολύ σύντομα θα γεμίσει και πάλι ανθάκια από τη βουκαμβίλια σου. Και οι βουκαμβίλιες κι αν είναι φοβιστικές. Και μοβόρες. Αυτό να θυμούνται….

 

Κούλα Κούτσαβλου


Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

"Φαίδρας Έρως" της Sarah Kane


 

Έτσι γίνεται. Τα αγάλματα πέφτουν απ’ το βάθρο τους. Το αίμα, «διάγνωση και θεραπεία». Πώς, αλήθεια, ξεπερνιέται το αίμα;

«Έχεις νιώσει ότι η καρδιά σου πάει να σπάσει;»

Το βρώμικο και επικίνδυνο παιχνίδι του έρωτα. Η Φαίδρα και ο θετός γιος της, Ιππόλυτος. Ο έρωτας καταδικασμένος, ένοχος, μοίχος, αμαρτωλός. Η ψυχή γυμνή, άγρια. Οι άνθρωποι, παλιάτσοι, στο κανιβαλικό της θέατρο.

«- Εσύ γιατί με μισείς;

- Γιατί μισείς τον εαυτό σου»

Η τρέλα ξαναμοιράζει την τράπουλα, αλλάζει χέρια και φαντάζει ολοκάθαρη μπροστά στην κάλπικη πραγματικότητα. Οι θεματοφύλακες των ηθών κουρελιάζονται μπροστά στον τυφώνα της αγνότητας που φέρει η ασχήμια.

Μια μοντέρνα, αφαιρετική απεικόνιση της σύγχρονης πραγματικότητας, μέσα από την αναθεώρηση του μύθου. Η «κωμωδία» της Sarah Kane που εστιάζει περισσότερο στον Ιππόλυτο, σε αντίθεση με το κλασικό έργο του Σενέκα που εστιάζει στην Φαίδρα, «σκάβει» τη βίαια φύση του έρωτα, ακουμπά τις σχέσεις και τις πεποιθήσεις και περνά με αυθάδεια μπροστά από το μηδενιστικό ιδεώδες.

Η «Telegraph» έγραψε για το έργο ότι «εδώ δεν απαιτείται κριτικός θεάτρου, απαιτείται ψυχίατρος», όμως ο ίδιος ο Σενέκας, ένοχος για τον αρχικό μύθο θα απαντούσε ίσως «Μερικές φορές, ακόμα και το να ζεις είναι μια θαρραλέα πράξη.»

Επί σκηνής η Παρθενόπη Μπουζούρη, ο Τζέο Πακίτσας, ο Τσιμάρας Τζανάτος και η Νατάσα Εξηνταβελώνη και στα παρασκήνια η Άντζελα Μπρούσκου να υπογράφει τη σκηνοθεσία.

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Συγγραφέας:Σάρα Κέιν

Μετάφραση:Διονύσης Καψάλης

Σκηνοθεσία:Άντζελα Μπρούσκου

 

Μουσική:Αλέξης Εφραιμίδης

Φωτισμοί:Αλέξανδρος Πολιτάκης

 

Παίζουν:Παρθενόπη Μπουζούρη, Τζέο Πακίτσας, Τσιμάρας Τζανάτος, Νατάσα Εξηνταβελώνη

 

Διάρκεια:90'

Τιμές Εισιτηρίων:15 ευρώ, 10 ευρώ μειωμένο (φοιτητικό, ανέργων)

Διάρκεια Παραστάσεων: Από την Πέμπτη 4 Νοεμβρίου έως την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2021

Παραστάσεις: Κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 19:30

Φωτογραφίες: Εβίτα Σκουρλέτη

Βοηθός Σκηνοθετη: Θάνος Χατζόπουλος

Link Εισιτηρίων:https://www.viva.gr/tickets/theater/fedras-eros/

Πληροφορίες Χώρου: Θέατρο Σφενδόνη, Μακρή 4, Αθήνα

 


Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

"Πάρτυ Γενεθλίων", του Χάρολντ Πίντερ


 

«Το παρελθόν είναι ό,τι θυμόμαστε, ό,τι νομίζουμε πως θυμόμαστε, ό,τι έχουμε πειστεί ότι θυμόμαστε ή που προσποιούμαστε ότι θυμόμαστε.»

Χάρολντ Πίντερ

 

Μία πανσιόν ή ίσως ένα κρησφύγετο;

Δύο επισκέπτες ή ίσως δύο διώκτες;

Θύμα ή ίσως θύτης;

Ένας άντρας που έχει ή ίσως δεν έχει γενέθλια;

 

Το πρώτο μεγάλου μήκους θεατρικό έργο του συγγραφέα, ανοίγει την αυλαία για την «Κωμωδία της Απειλής», κλείνοντας το μάτι στο θέατρο του Παραλόγου. Μια βαθιά ανάσα πριν τη βουτιά στη θάλασσα της παρανόησης του κόσμου.

Γελάμε με τις φρίκες μας οι άνθρωποι; Τρομάζουμε; Κρυβόμαστε μες στις σκιές ή ουρλιάζουμε σαν πληγωμένα θηρία; Και τα ψέματα; Και η αλήθεια;

Μπορεί και να μην έχει σημασία να μάθουμε την αλήθεια. Είναι, άλλωστε, όλα τόσο ρευστά… αυτό που έχει σημασία είναι τα πρόσωπα και οι θέσεις που αλλάζουν. Η ισχύς παντού, η εξουσία, το κατεστημένο, η «οργάνωση». Η δύναμη αλλάζει χέρια, αλλάζει κοστούμια, αλλάζει φωνές. Και συνεχώς το ερώτημα για έναν καλύτερο κόσμο που, κάποτε, φαντάζει τόσο μα τόσο μακρινός…

 

Ένας τρόπος να δούμε τις λέξεις είναι να πούμε

πως είναι ένα τέχνασμα για να καλυφθεί η γύμνια.

Χάρολντ Πίντερ

 

Έργο με πολιτική ή υπαρξιακή χροιά; Θρίλερ ή κωμωδία; Γιατί να πρέπει να διαλέξουμε; Ας είναι κι αυτό ρευστό, όπως όλα.

Η απόδοση της ατμόσφαιρας και των προσώπων εξαιρετική. Οι ηθοποιοί παρόντες και ολοζώντανοι ήρωες της ιστορίας με τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη να καταπίνει τη σκηνή με την παρουσία, με τη φωνή, το βλέμμα, την ανάσα, την κίνησή του.

Η Αθηνά Τσιλύρα, μητέρα, τιμωρός, «ζουμερή» σύζυγος, ο Φώτης Θωμαΐδης, ένας άχρωμος, άγευστος σύζυγος που όμως είναι αυτός που κρατά στην καταληκτική του φράση το κλειδί του Πιντερικού μύθου, η Άλκηστις Ζιρώ, ολόδροση, Άνοιξη και Θάνατος σε μία δόση και τέλος ο Γιάννος Περλέγκας και ο Γιάννης Στεφόπουλος σε μια δυαδική απεικόνιση της σκοτεινότητας της αλήθειας.

Ή μήπως όχι;

Ποιος μπορεί, στ’ αλήθεια, να πει…

 

Και ανάμεσά μας μια σκέψη, δοσμένη από τον ίδιο τον συγγραφέα:

«- Να φεύγαμε μαζί

- Και πού να πάμε;

- Πουθενά, απλά να φεύγαμε»…

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

 

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης

Σκηνικά - Κοστούμια: Νατάσσα Παπαστεργίου

Σχεδιασμός Φωτισμού: Bασίλης Κλωτσοτήρας

Μουσική: Παύλος Κατσιβέλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτα Παπαδημητρίου

Φωτογραφίες: Νίκος Ρέσκος

Βίντεο: Θωμάς Παλυβός

 

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά):

Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Άλκηστις Ζιρώ, Φώτης Θωμαΐδης, Γιάννος Περλέγκας, Γιάννης Στεφόπουλος, Αθηνά Τσιλύρα.

 

ΙΔΡΥΜΑ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ

Πειραιώς 206, Ταύρος, Αθήνα


Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2021

Της Βανέσσας


 

Ξέρεις τί;

Θα ‘θελα να ‘σουν παιδί μου. Σε κρύβω μήνες ολόκληρους μέσα μου, κανένας δεν ξέρει με τί μοιάζεις, πουθενά, πουθενά δεν λέω αν είσαι αγόρι ή κορίτσι, «το θαύμα μου», έτσι λέω, κι όλα για σένα τα καλύτερα φυλάω σε σεντούκια, να τα ‘βρεις σαν που θα βγεις στον άπληστο κόσμο.

Κι ούτε που υπολογίζω τον πόνο να σε μοιραστώ με το φως, να, μια μικρή σταλίτσα πόνος, ούτε που τον θυμάμαι μια στιγμή αργότερα. Μόνο χίλιες στιγμές ευτυχίας, σε κρατάω αγκαλιά, μια γελάς και μια κλαις, ερωτεύεσαι, γονατίζεις και δίνεις μια και σηκώνεσαι, εσύ, «το θαύμα μου».

Και ξέρεις και κάτι άλλο;

Θα ‘θελα να ‘σουν το φιλαράκι μου. Στο προαύλιο του σχολείου, δες μας, ένα κουλούρι στα δύο, μαζεύω τα σουσάμια απ’ τη μπλούζα σου, χαζοί διάλογοι στο τετράδιο της γεωμετρίας την ώρα του μαθήματος. «Περνά – περνά η μέλισσα…»

Τσιμπιόμαστε κάτω από το θρανίο και μιλάμε ώρες στο τηλέφωνο για το απολύτως τίποτα, που όμως είναι απόλυτη ανάγκη να το πούμε. Είναι, δεν είναι; Απόλυτη ανάγκη, πες, δεν είναι;

Το πρώτο μας τσιγάρο, το πρώτο μας μεθύσι, τα πρώτα ξερατά στη μέση του δρόμου, μου κρατάς το κεφάλι και δε σιχαίνεσαι κι εγώ ξέρω πως όλα θα πάνε καλά γιατί το είπες εσύ. Το είπες. Ότι θα πάνε όλα καλά. Όλα.

Και ξέρεις και κάτι άλλο;

Θα ‘θελα να ‘σουν αδέρφι μου. Ίδιο αίμα, εσύ λες κι εγώ ακούω, χιλιόμετρα μακριά και σημασία καμία. Τίποτα δεν υπάρχει αν δεν στο πω, τα μυστικά μου κρυμμένα στη τσέπη σου.

Μοιρασμένη στα δυο σοκολάτα οι μέρες μας, στην αρχή γκρινιάζω που δική μου είναι και πρέπει μαζί σου να τη μοιραστώ κι έπειτα σκουπίδι μοιάζει αν δε μετρήσουμε τα κομματάκια να δούμε πόσα αναλογούν σε μένα και πόσα σε σένα. «Εγώ κι εσύ μαζί…»

Και μπαίνεις μπροστά κάθε που μπλέκω και παίρνεις το μέρος μου ακόμα κι όταν έχω άδικο. Και βάζω πλάτη, όταν οι μέρες σου αιμορραγούν και η καρδιά σου πνίγεται και μ’ ένα πλαστικό σπαστό ποτηράκι αδειάζω με μανία το αίμα για να πάρεις ανάσα. Ίδιο αίμα, εσύ κι εγώ.

Και ξέρεις και κάτι άλλο;

Θα ‘θελα μάνα μου να είσαι. Μάνα ρε, μάνα, στο γέλιο και στο δάκρυ μου σπαρταρά η καρδιά σου και δευτερόλεπτο ένα δεν υπάρχει που δεν περνώ απ’ την ψυχή σου εγκάρσια.

Με τη φωνή σου μετράω τα όνειρα και στα χέρια σου κρύβομαι απ’ όλου του κόσμου τις γκριμάτσες. Κομμάτι – κομμάτι συμπληρώνεις ό,τι μέχρι το τέλος μου θα κουβαλώ. Και φοβάσαι, φοβάσαι κάθε λεπτό που ζω ότι δεν θα προλάβεις να τα προλάβεις όλα πριν φτάσουν σε μένα. Και μόλις φτάσουν να σκύβεις πάνω μου μ’ αυτή τη φωνή σου που όλα τα άσχημα διώχνει κι όλα τα κάμει να μοιάζουν βελούδινα.

Κι ας είναι η ράχη σου γεμάτη αγκάθια, το στέρνο σου ολόδροσο και τρυφερό, «μια ωραία πεταλούδα…»

Και γύρω, παντού χρυσόσκονη που κυλάει από τα χέρια σου και δεν σώνεται ποτέ, μ’ ακούς, ποτέ.

Ακούς;

Ακούς σπλάχνο μου;

Ακούς τακίμι μου;

Ακούς αίμα μου;

Ακούς μανούλα μου;

Ακούς;

 

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

Επικαιρότις - 1 [Ηρώδειο]


 

Αγαπητό μου πόδι,

Θα στο πω και παρεξηγήσου∙ δηλαδή έχει περάσει τόσος καιρός κι εσύ εκεί, μόλις και κάνω ένα βήμα παραπάνω, τσουπ πρήζεσαι. Τί πρήζεσαι δηλαδή, νταούλι γιαννιώτικο αδελφάκι μου, από εκείνα τα πανηγυριώτικα, που εδώ τα σβουρνάς, στο δίπλα χωριό δεν κλείνουν μάτι. Εντάξει, κάπου ώπα, να τελέψεις με τα δικά σου, να σε πω κι εγώ τα δικά μου.

Γιατί εγώ είμαι της κουλτούρας. Τέτοια που από μικρή με φωνάζαν Αρβελέρ, μη κοιτάς τώρα που ντρέπομαι, παλιά, πολύ καμάρι το είχα. Η Κούλα η κουλτουριάρα με τ’ όνομα. Και νάσου οι λυρικές και νάσου τα Μέγαρα, όχι παιδάκι μου του Σαρωνικού, με τις σπαλομπριζολάρες, που, να τα λέμε κι αυτά, έβγαλαν κι έναν Κάλχα τέλος πάντων, τα άλλα, τα μουσικά. Και τα καλοκαίρια νάσου οι Επίδαυροι και νάσου και τα Ηρώδεια.

Μια στάση εδώ.

(Να βγω στο δρόμο να χορέψω μια σαρακατσάνα να με φύγει και το γινάτι)

Γιατί η χάρη μου εχτές πήγε στο Ηρώδειο. Δηλαδίς ήταν να πάγω κάνα χρόνο πριν, αλλά με τις καραντίνες και με τα τέτοια, δεν μπορέσαμε και μεταφέρθηκε το κελεπούρι.

Και ποιος αφήνει τα κελεπούρια;

Κι αν έχω ζήσει στιγμές στην αγκαλιά του την πέτρινη, τη μαρμαρένια, τη μονάκριβή μου. Τί Θοδωράκη με την Όμορφη Πόλη του, τί τελευταία παράσταση του Βογιατζή κι όλοι να κλαίμε στην ύστατη υπόκλιση, καταπονημένος τέρμα, τί Μητροπάνο να χορεύει τον ζεϊμπέκικο και να ραγίζει ο βράχος, τί Philip Glass με τη βροχή τουλούμι κι όλοι με ομπρέλες ανοιχτές να ερωτευόμαστε τον έρωτα. Τί Πέρσες, Ευμενίδες, Πλούτο, Αντιγόνη, Ιππείς. Τί Ξαρχάκο να απλώνει τα φτερά του να σκεπάζει την πανσέληνο. Και πόσα ακόμα…

Αχ, έτσι μια τα σκέφτηκα και λιγώθηκα!

Που λες, ήρθε η ώρα να δούμε την παράσταση των παραστάσεων, που μας τη στέρησε η καραντίνα η ξεδοντιάρα με τον γιο της τον αρρωστιάρη, που κακό χρόνο να ‘χει τέτοιος που ‘ναι, μας τσάκισε, μας γονάτισε….

Μια φορά τη βλέπεις τη Monica, εμ, έτσι είναι, δεν έρχεται να σε χτυπήσει και το κουδούνι κάθε δεύτερη να της γυρίσεις το φλιτζάνι. Και τί Monica, ολάκερη Bellucci, σταρ του σινεμά για, να έρθει μέχρι τη γειτονιά μας από τα ξένα και να μην πάμε;

Ντροπή!

Πόσο μάλλον που θα έρθει να μας διαβάσει τα γράμματα της Κάλλας, της Μαρίας μας, που όταν τραγουδάει σκιρτά η καρδιά μας.

Σκιρτά, δε σκιρτά;

Αν σκιρτά, λέει….στα δυο κόβεται, πώς κόπηκε η καρδιά του Ηρώδη, του Αττικού καλέ, όχι του άλλου του αναθεματισμένου που κυνηγούσε να πιάσει τα νήπια, του άλλου, του άντρα της Ρηγίλλης, που την έχασε πριν καν ζήσουν τον έρωτά τους – αν και εδώ υπάρχουν και παρατράγουδα που δεν τον δείχνουν και το καλύτερο παιδί της πιάτσας, αλλά δεν ήμανε και μπροστά και δεν θα επεκταθώ – και που από τον καημό του δεν άντεξε και έχτισε το περί ου για να ακούγονται μουσικές και όχι τα κλάμματά του.

Έτσι που λες χτίστηκε το Ηρώδειο, από έναν παράφορο, απελπισμένο έρωτα, καταραμένο να ζήσει μόνο ανάμεσα σε νότες και αιώνες που θα περνούν από πάνω του και θα το αφήνουν μνημείο, να πηγαίνουμε να ευφραινόμαστε, να ξεχνάμε τους νταλκάδες μας.

Ναι, το λοιπόν, η Monica διαβάζει Κάλλας!

Ντύθηκα η καλή σου, στολίστηκα, έβαλα και τα σανδάλια μου και κίνησα. Και λέω σανδάλια γιατί στο Ηρώδειο και στα μέρη τα τέτοια τα ευαίσθητα δε βάζουμε τακούνες, γιατί πληγώνουμε τα μάρμαρα. Όλοι το ξέρουν αυτό.

ΑΜ ΔΕ!!!!!

Τί το ‘θελα και πήγα, που δεν καθόμουν σπιτάκι μου, να ξεκουραστείς κι εσύ, να δω κι εγώ Μέλλισες, Μύγες, Τρυποκάρυδους, Σασμούς, λοιμούς και καταποντισμούς, που με το που μπήκαμε με ήρθε νταπλάς τρικούβερτος.

Ε ρε τακούνα και κακό! Πεντάποντα, δεκάποντα, δωδεκάποντα, να και κάτι στιλέτα που σε καρφώνουν και κιχ δεν προλαβαίνεις να βγάλεις, χρυσά και με πούλιες και τί να σε λέγω.

Όχι όλοι. Ευτυχώς. Να το πω, το άδικο ούτε ο Θεός, οι περισσότερες, γιατί για εμάς τις γυναίκες μιλάμε, φορούσαν χαμηλά. Απαλά πατούμενα, να σεβαστούν το χώρο, να μην βλάψουν, κακό μην κάνουν.

Αλλά ήταν εκείνες οι φόνισσες, οι δολοφόνες, οι κακούργες που με μάνιασαν. Πού πας κυρά μου με την τακούνα; Στο πανηγύρι του χωριού σου να σε δει η κοντοχωριανή η Μαρίτσα να σκάσει από το κακό της που εσύ έχεις κι αυτή όχι;

Και πού να περπατήσουν καλά, που τα μάρμαρα αρχαία και ταλαίπωρα τα γιαβράκια μου. Και να, να τρυπάνε το μάρμαρο για να μην γκρεμιστούνε, να τσακιστούνε, να ησυχάσουμε.

Τις άκουγα τις μικρές φωνούλες πόνου τις μαρμάρινες. Να, μα τον άγιο, τις άκουγα. Να μη σώσω, τις άκουγα. Και λες, ένιωθα πως εμένα τρυπάνε. Μέσα στην καρδιά μου, δεκαπεντάποντα στιλέτα με μαλλί κομμωτηρίου.

Και να οι φωτογράφοι και οι καμεραμάνοι, πρεμιέρα, βλέπεις. Και να οι ταξιθέτριες κι οι ταξιθέτες. Και οι υπεύθυνοι χώρου. Κι ούτε ένας να λέει, ούτε μια ανακοίνωση να βροντοφωνάζει

«ΒΓΑΛΤΟ ΜΑΡΗ ΚΑΜΠΙΑ ΤΟ ΠΑΤΟΥΜΕΝΟ ΤΟ ΜΥΤΕΡΟ, ΠΟΥ ΤΟ ΡΗΜΑΞΕΣ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ».

Καλά, δεν πέρασα. Ήταν κι η Monica αταλάντου και αδιαβάστου γωνία, να μην ξεκολλάει ο μάτης από την οθόνη που είχε μπροστά της να της λέει τα γραμμένα, δήθεν τάχαμου χαμένη στις σκέψεις, ποιες σκέψεις καλέ, που, άμα αργούσε να βγει η γραμμή την έλουζε κρύος ιδρώτας, λες και πέντε λεπτά πριν την παράσταση την είπαν «εσύ θα διαβάσεις» και δεν πρόλαβε ούτε μια ματιά να ρίξει, ήταν κι όλες οι άσχετες που ήρθαν να μου σφαγιάσουν το μάρμαρο, που εσένα περίμενε μαρή το αρχαίο, που άντεξε του λιναριού τα πάθια τόσους αιώνες να έρθεις για να το αποτελειώσεις.

Ίσα λινάτσες της ψευτοκουλτούρας!

Ίσα κάμπιες του τελεβίζιου!

Η Τέχνη ήταν πριν από εσάς και θα είναι και μετά από όλους μας. Υπέροχη, ακέραια, αλησμόνητη. Κι όταν την πληγώνετε, εκείνη ξανασηκώνεται και σας πετάει τη φτώχεια σας στα μούτρα. Στα μπογιατισμένα, φουσκωμένα μούτρα σας.

Σηκώνεται, βάζει τα σανδάλια της κι αφήνει ίχνη σε κάθε βήμα της….

Κούλα Κούτσαβλου


Κυριακή 4 Ιουλίου 2021

Της Υποφαινομένης...


 




42.

Κι όχι τίποτ’ άλλο, αυτό που με διαολίζει στ’ αλήθεια είναι ότι κάνεις λες και δεν το ‘ξερες.

Το ‘ξερες και το ‘ξερα κι εγώ από την πρώτη στιγμή. Ή όχι αλλά, τί σημασία έχει;

Ναι, ξέρω, τώρα θα μου πεις ότι σου έταξα άλλα και άλλα είχες ονειρευτεί. Τίποτα δεν σου έταξα, άκου τα αφού τα θέλεις. Τίποτα απολύτως δεν σου έταξα. Έτσι μου ‘ρθε ότι θα ταίριαζες και κάπως μέσα στο μυαλό μου κόλλησε η εικόνα και μου φάνηκε καλή ιδέα.

Ή μάλλον, ούτε καν ιδέα, μια σκέψη, έτσι αυθόρμητα, ούτε, μια αίσθηση, πες. Έτσι μου ‘ρθε ότι θα ταίριαζες, εντάξει;

Κι εδώ που τα λέμε, κι εσύ, χωρίς καν να με ξέρεις, έτσι, μου ‘ρθε εμένα κι εσύ το πίστεψες. Με τη μία. Και πού ξέρεις εσύ αν εγώ δε λέω ό,τι μου σκάσει; να τώρα.

Και στην τελική τί δραματικό συνέβη, μου λες; Πεταμένο σε βρήκα, μισερό, κακομοιριασμένο. Όταν σε βρήκα, όλοι σε είχαν πιο πριν προσπεράσει. Αυτή είναι η αλήθεια. Όλοι σε είχαν πιο πριν προσπεράσει κι εγώ σε βρήκα. Σε βρήκα, σε καθάρισα, σου μίλησα, σε φίλησα, ταξίδεψες μαζί μου, σε έφερα στο σπίτι μου. Ανάμεσα σε χιλιάδες, σε ξεχώρισα. Και κάπως μου ‘ρθε ότι ανήκεις.

Λοιπόν, άκου, δεν τα μπορώ αυτά. Εδώ, μαζί δεν είμαστε;

Εγώ κι εσύ, έτσι όπως τόσο μοιάζουμε, μαζί δεν είμαστε; Κάθεσαι τόση ώρα εδώ κοντά μου και τα λέμε. Πάει να πει, όλα καλά πήγαν. Σε βρήκα, με βρήκες, τί σημασία έχει; Δεν είμαστε εδώ μαζί;

Μόνο αυτό έχει σημασία.

Και ότι μοιάζουμε τόσο.

Κι ας λέει ο κόσμος ότι είσαι μόνο ένα σπασμένο κοχύλι.


Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Της Ζωής…

 




Κυρά μου
γλυκιά,


Τότε που στο φως, φως μου έγινες, όλα πήραν τη θέση τους στον κόσμο μου.
Εκεί που αγρίμι μέσα στου κόσμου την στέπα τριγυρνούσα σε σειρά είπα την τρέλα μου θα βάλω και τα αληθινά από τα ψεύτικά μου θα ξεχωρίσω.
Ένα ταξίδι της ψυχής θα ξεκινήσω, από το χέρι θα σε πάρω, και με τα μάτια κλειστά όλα του κόσμου τα θεάματα θα δω.
Από μέσα προς τα έξω τα πράγματα θα κρίνω και τίποτα για δεδομένο ξανά δεν θα πάρω.
Κι έτσι ξεκίνησα, δειλά στην αρχή, πιο θαρρεμμένα έπειτα, κείμενα και στιχάκια άτεχνα, σε τοίχους και βιβλία και τετράδια κοινά και πιο δικά μας να σκαρώνω
Όλα τα είπα, και τα όμορφα μα και τα άσχημα κι ούτε για μια στιγμή
Δεν είπα «άστο, δεν συμφέρει».
Πορείες και απεργίες, και του κόσμου τον πόνο που άλλους αφορά κι άλλους όχι
Αντάμωσα.
Έκαμα φίλους ακριβούς
Έκαμα κι εχθρούς
Τιμημένοι όσοι στο ύψος και των δύο κορυφών αυτών με αξιοπρέπεια στάθηκαν.
Κάποιοι εχθροί έγιναν φίλοι
Από πόνο η φιλία και κράτησε
Κάποιοι φίλοι έγιναν εχθροί
Μα δε βαριέσαι
Για τους ανθρώπους τα ανθρώπινα.
Και περπατώντας σε απόκρημνα και γεμάτα στροφές μονοπάτια
Έφτασα εδώ,
Σε μιας αυγής την άκρη
Το σκοτάδι λιώνει στην άκρη του ουρανού
Και σου μιλώ
Και σου ζητάω κάτι
Πρώτη φορά μα όχι τελευταία.


Ότι και να γίνει, σε όποιους δρόμους κι αν σε βγάλει του κόσμου η τροχιά
Μη χαριστείς, το στόμα σου μη κλείσεις
Τα μάτια μη σφαλίσεις σε όσα βάραθρα χάσκουν ανοιχτά.
Το στήθος σου να στήνεις μπροστά στα μαχαίρια
Σε όλες τις αλήτικες στιγμές, αλήτης
Και σε όλες τις ιερές, αγία.
Αγία στων ανθρώπων τα μέτρα
Και τρυφερή και άγρια
Και πάντα όρθια.
Ποτέ, Κυρά μου, ποτέ
Σημαία Λευκή μη σηκώσεις
Ακόμα κι όταν εγώ στη γη γονατίσω
και τα χέρια στο χώμα θέσω.
Γι’ αυτό σου γράφω σήμερα.
Ό,τι σου λέω στα κρυφά σαν κοντά σου κάθομαι
Και να κοιμάσαι σε βλέπω
Σε κάθε μία της ανάσας σου στροφή
Ευχή μία κάνω.
Όρθια και αληθινή
Μαχαίρι μα και χάδι
Τίποτα να μη στερήσεις και να μη στερηθείς
Κι ό,τι θελήσεις να αγωνιστείς και να το πάρεις
Πρότυπο κανένα να μη στήσεις
Κι ούτε Θεούς κι ούτε Δαιμόνους μην πιστέψεις
Παράδειγμα εσύ για σένα, και όνειρο η κορφή η δική σου κι όχι η ξένη
Του κόσμου τη σκληρότητα και να ευχηθώ
Να μη γνωρίσεις
Δε θα γίνει
Εύχομαι λοιπόν
Σαν στο δρόμο σου τη δεις
Να τη γνωρίσεις
και πρώτη να προλάβεις
στα μούτρα να τη φτύσεις και να πεις
«δεν είναι τόπος για σένα εδώ»
Και γρήγορα να φύγεις για τα όμορφα
Και τα άφθαρτα
Και τα αληθινά
Και τα κρυμμένα
Που είναι και τα σημαντικά.
Τα μεγάλα και τα ηχηρά να αποφεύγεις
Και σαν μεγάλες αγκαλιές θα συναντάς
Μακριά τους να στέκεσαι
Την κάθε στιγμή να τιμάς
Και τίποτα να μην αφήνεις
Τον ήλιο της ψυχούλας σου να κρύψει.
Στα λέω εγώ, η τρελή που λάθη έκαμε μεγάλα
Που πότε Υπέροχη και πότε Τέρας ονομάστηκε
Και κάποιες φορές – δυστυχώς – πίστεψε και στα δύο.
Να πιστέψεις στον εαυτό σου και να κοιτάς τα χέρια σου και όχι παραπέρα. Και, θυμήσου, τη Λευκή Σημαία, στο ντουλάπι του χρόνου να την κλείσεις. Όσο θα ανασαίνω, την τελευταία μου ανάσα θα φυλάγω, μήπως και τη χρειαστείς…

Είσαι η καθαρή σταλιά μου…

ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ 18 στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

  Έτσι σε χτυπάει η μνήμη. Πισώπλατα. Εκεί που δεν το περιμένεις. Και η διαδρομή της, κι αυτή, έτσι πισώπλατη. Παρίσι – Στρασβούργο, Νταμάρι...