https://www.mixcloud.com/χάρις-παρασκευοπούλου/σκορπιες-σκεψεις-29622/
Σάββατο 2 Ιουλίου 2022
Πέμπτη 23 Ιουνίου 2022
Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022
Της Υποφαινομένης, Αριθμός 61
61.
Ξέρεις τί θέλω; Θα σου πω.
Θα σου πω τί ακριβώς θέλω.
Θέλω να ανέβω στο σκαμνί
και να κατεβάσω το κουτί με τα παιχνίδια που έχει βάλει στο πάνω ράφι της
ντουλάπας για να μην τα φτάνω.
Και θέλω να κάνω μια έτσι
και να το αναποδογυρίσω και να τα σκορπίσω όλα στο πάτωμα.
Και θέλω να είναι νύχτα
και να σηκωθεί να πάει στο μπάνιο και να τα πατήσει.
Και τέτοιο πόνο να μην
έχει ξανανιώσει.
Πόνο και φόβο και πανικό
μαζί, τόσο που να ξεχάσει την ανάγκη για ξαλάφρωμα.
Αυτό θέλω.
Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022
Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022
Τρίτη 7 Ιουνίου 2022
Παρασκευή 13 Μαΐου 2022
Τρίτη 10 Μαΐου 2022
Έργα ΔΕΔΔΗΕ
Αγαπητό μου πόδι,
Γιατί δε φταίει κανένας άλλος, εγώ
φταίω που ζω με το καντούνι παραμάσχαλα.
Αυτή, που λες, η βεράντα μας, μου
καίει την καρδιά. Με τα λουλουδάκια της, τις γλαστρούλες της, είναι κι αυτός ο
Λυκαβηττός που με το που ξυπνάω μου λιγώνει το μέσα, μούρλια σε λέγω.
Και σήμερα, δεν ξέρω, πες που
ανοίξιασε πια για τα καλά, πες που δεν έχω να τρέξω στους πέντε δρόμους σαν την
τρελή πρωινιάτικο, είπα να πιω το καφεδάκι μου στη λιακάδα. Πήρα και το
βιβλιαράκι μου υπό μάλης, απλώθηκε και ο Λάζαρος πάνω στο τραπέζι, τραχανάς ίδιος,
ακριβώς μπροστά μου με την ουρά σελιδοδείκτη, μη με χάσει το παλικάρι μου, ο
κανακάρης μου.
Μετά από λίγη ώρα, όσο να πεις,
μια λιγούρα με έπιασε. Σηκώθηκα, πήγα στην κουζίνα – δεν είναι να τα αγνοείς
αυτά τα πράγματα, το πρωινό είναι το πιο σημαντικό γεύμα της ημέρας [κι από την
άλλη να την ακούω και την άλλη, τη μακαρίτισσα τη μάνα μου που ζει χρόνια στα
σωθικά μου «ποιο γεύμα της ημέρας δεν είναι σημαντικό για σένα που σε λίγο δεν
θα χωράς από τις πόρτες να ‘ξερα»].
Όχι που δεν θα την έκανε τη
δουλίτσα της, γεια σου μπρε Βαγγελιώ ντερμπεντέρισσα, με την καλή σου την
κουβέντα…ένα τοστάκι όμως θα το χτυπήσω.
Που είπα δεν θα τρώω το βράδυ και
με το που ξυπνάω μπορεί να φάω και την τσιμούχα μαζί με τη βρύση που στάζει και
το νεροχύτη. Κι αν χασκογελάς, τώρα που με διαβάζεις, μπορεί να φάω κι εσένα.
Και ξέρεις τώρα πώς μυρίζει το
ευλογημένο με το παίρνει να ψήνεται και νάσου και το ροδαλό το χρωματάκι και
νάσου οι ριγούλες οι ξανθές και νάσου και το τυράκι να λιώνει στα πλάγια και….
ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ
ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ
Έλα Βαγγελίστρα μου πρωί – πρωί.
Λες να σηκώθηκε η Βαγγελιώ από το μνήμα να με κοπανίσει που δεν τρώγω αβοκάντο
με λίγη βρώμη και ελάχιστο γιαούρτι με μηδέν λιπαρά;
«δυο φετούλες, μόνο με τυρί μπρε
μάνα…»
Όχι.
Η Ζαφειρούλα στην άλλη άκρη της γραμμής.
Τη γλίτωσα την επικοινωνία με τον Κάτω Κόσμο και σήμερα.
«Κατέβα να μετακινήσεις το αμάξι,
έχει έργα η ΔΕΔΔΗΕ»
Και σκέφτομαι το καημένο το αμαξάκι
μου, μια σταλίτσα σαραβαλάκι, ξαφνικά χωμένο σε ένα χαντάκι που έχει σκάψει ο
δεδδηές ο άπονος, να μη μπορεί να βγει και να κλαίει μόνο του μέσα στα χώματα…
Με το τοστ στο δόντι – αχ μωρή
Βαγγελιώ δαιμόνια είσαι πανάθεμά σε – να βάλω φόρμα – μη βγω και με τη νυχτικιά
και με δει ο κόσμος – να βάλω παπούτσια, να πάρω κλειδιά, να προλάβω, μην έρθει
ο δεδδηές και μας βρει μπόσικους και μας ρίξει στο χαντάκι του για πάντα…
Κατεβαίνω, αγωνία, πού να βρω τώρα
να παρκάρω στο Εξάρχειο, αχ, έπρεπε, έπρεπε να έχω ένα ρημαδοπάρκινγκ αλλά πού,
ο Καραμανλής φταίει, το ΚΗ’ ψήφισμα «Περί παροχής διευκολύνσεων δια την υπό
ιδιωτών ανοικοδόμησιν» φταίει, το 1950 φταίει, η ΔΕΔΔΗΕ φταίει, πάντως εγώ
είμαι σε απόγνωση.
Α! θέση στον ορίζοντα!
Νάτη, υπέρλαμπρη, ευρύχωρη,
ευήλια, ευάερη και στην απέναντι γωνία. Νίντζα η Κούλα, α ρε πόδι, όλα μαζί τα
περνάμε, σε δύο λεπτά είμαι και παρκάρω.
Ανάσα. Τα χειρότερα πέρασαν.
Σώσαμε και το σαραβαλάκι. Με βλέπω παρασημοφορεμένη, με τα καλά μου, ο πρόεδρος
της Ελληνικής Δημοκρατίας να μου σφίγγει το χέρι, ο Αρχηγός της Αστυνομίας
δίπλα μου περήφανα χαμογελαστός για το τέκνο του Έθνους που τα κατάφερε και
στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Φλας. Ξυπνάω.
Τα πήρα τα χάπια μου το πρωί;
Παίζει και όχι.
Επιστρέφοντας, τον βλέπω. Ο
Γιώργης, το γειτονάκι μου, ο γλυκός μου, τόσα χρόνια μια πόρτα, να κάνει το απονενοημένο
διάβημα. Παρκάρει στη θέση που είχα εγώ στιγμές πριν. Τον κάνω εικόνα να τον ανασύρει
η ΕΜΑΚ από το χαντάκι. Άντε πάλι το χαντάκι και ο δεδδηές ο μοβόρος.
Τρέχω.
ΜΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ
Σκιάχτηκε ο χριστιανός.
«Τί είναι καλέ;» μελάνιασε από την
τρομάρα του.
«Τι έπαθες;»
Κάνουν έργα, θα πεθάνεις, θα σκάψουν μέχρι τη Μέση γη,
θα βγουν τα Ορκ, κομμάτια θα σε κάνουν, άλλαξε θέση, να, διάβασε, έχει χαρτάκι,
μας έβαλαν και ασπροκόκκινη ταινία, σκηνή από έγκλημα, γέμισε ο τόπος πτώματα,
εκατόμβη νεκρών από έργα της ΔΕΔΔΗΕ….
«Έχει σημείωμα» ήρεμη μπάσα φωνή,
χαλαρό βλέμμα «λέει να μη παρκάρουμε γιατί θα σκάψει η ΔΕΔΔΗΕ, εδώ ήμουν και
ξεπάρκαρα».
«Έλα μωρέ που θα ‘ρθουν, σιγά μην
έρθουν, δεν έρχεσαι να σε κεράσω ένα καφεδάκι να τα πούμε που ‘χει ακόμα
δροσιά;»
Και σιγοσφυρίζοντας, παρκάρει.
ΠΑΡΚΑΡΕΙ!!!
Ανέβηκα επάνω, έβγαλα τα
παπούτσια, έβγαλα τη φόρμα, φόρεσα ξανά τη νυχτικιά μου και ξάπλωσα λίγο. Δεν
έχω διάθεση να βγω στο μπαλκόνι. Σαν να νύχτωσε και νυστάζω.
Βλέπεις, εδώ στην Ελβετία του νου
μου, βραδιάζει νωρίς….
Κούλα Κούτσαβλου
Παρασκευή 22 Απριλίου 2022
Της Υποφαινομένης
56.
Αυτό που με σφάζει είναι
εκείνο το πιατελάκι. Με τις θήκες τις ρηχές για τα αυγά τα βαμμένα. Δώρο. «Τώρα
που είσαι νοικοκυρούλα στο σπίτι σου». Στο σπίτι μου. Νοικοκυρούλα. Αυτό
ακριβώς. Υποκοριστικό.
[γραμματική]: παράγωγο
ουσιαστικό που δηλώνει ό,τι και το πρωτότυπο αλλά σε μικρό μέγεθος, ποσότητα,
ηλικία κ.τ.λ.
Ό,τι και το πρωτότυπο αλλά
σε μικρό μέγεθος.
Ό,τι και το πρωτότυπο
αλλά.
Όλα σε σετ. Φλιτζανάκια με
τα πιατάκια τους, με τη ζαχαριέρα και την κρεμιέρα και τη γαλατιέρα και την
τσαγιέρα. Και του ελληνικού. Και πιρουνάκια, κουταλάκια, μαχαιράκια. Ίδια. Και
τα πιάτα, όλα. Σετ. Του φαγητού, της σούπας, του γλυκού, του πιο μικρού γλυκού.
Γλυκούλα. Γλυκούλα μου.
Υποκοριστικό.
Με μεγάλη προσοχή.
Πορσελάνινη ευαισθησία με συνοδεία τα κρύσταλλα. Θέλει προσοχή το κρύσταλλο,
μια στιγμή απροσεξίας και τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο. Μετά, όλα θα είναι
μισερά και μίζερα. Μια ρωγμίτσα και στα σκουπίδια. Απευθείας. Δεν κάνει
εκπτώσεις η ποιότητα.
Δεν κάνει εκπτώσεις η
ποιότητα.
Μεγάλη Πέμπτη, πρωί –
πρωί, το πιατελάκι στο κέντρο της τραπεζαρίας. Έτοιμο να υποδεχτεί το εξίσου
ευαίσθητο περιεχόμενο του. Αυγά. Κατακόκκινα. Αυγουλάκια.
Υποκοριστικό.
Μέχρι σήμερα τη θυμάμαι.
Τη μυρωδιά από το ξίδι. Να κρατήσει η βαφή. Και το κουρέλι με το λάδι. Για να
γυαλίσουν. Φέτος, τα πιο ωραία. Έμαθα. Και μου έσπασαν και ελάχιστα.
Απωλειούλες.
Υποκοριστικό.
Δίπλα στο μάτι μου πέρασε.
Θυμάμαι τον ήχο. Χίλια κομμάτια. Γέμισαν τα ντουλάπια κόκκινα. Γέμισε η
κουζίνα. Κατακόκκινα όλα. Το άλλο πρωί, Μεγάλη Παρασκευή ήταν, ακόμα έβγαζα
θρυψαλάκια από τα μαλλιά μου.
Θρυψαλάκια.
Υποκοριστικό.
Δευτέρα 18 Απριλίου 2022
Τζια, 15 - 4 - 2022
Τζιά
Σε
ξυπνάνε τα πουλάκια εδώ. Στην πρώτη ανάσα σού ‘ρχεται: «το είδος κάτι έχει
καταλάβει στραβά». Γιατί, βλέπεις, θα έπρεπε, λέγω, να τραγουδάμε αντί να
μιλάμε. Σκέψου το. Πάει να πει, και το χειρότερο να πεις τραγουδιστά, καλό
ακούγεται. Έτσι ξυπνάει ίσια ο νους, όχι με ξυπνητήρι smart, δίπλα στο κούτελο, ανοιχτό στο
μεταμεσονύκτιο «διαβάστηκε».
Ποιος
νοιάστηκε.
Σηκώνεσαι
και λυσσάς να βγεις στο σοκάκι. Σε περιμένει η πέτρα και το μπουμπούκι της φρέζιας
έσκασε για σένα μόνο. Για να το δεις. Αλίμονο σου αν το χάσεις. Μία φορά θα σε
περιμένει, μετά πάει.
Έτσι
είναι οι μεγάλες αγάπες. Ρε φίλε, τί φλύαρη σιωπή είναι δαύτη;
Βγήκες
στο μονοπάτι του Λιόντα. Πράσινα και μωβ και κίτρινα και λευκά και μέτρα
χρώματα, να μάθεις καινούριο αλφάβητο. Χαντάκια σκάβει στη σκέψη η ρίζα και το
κλαδί. Την ησυχία του τοπίου διακόπτουν μόνο κάτι ξεριζωμένοι μάστοροι, ποιος
ξέρει που να ‘ναι τα χωριά τους και δεν τους πονά τούτος ο ουρανός που υποφέρει
από τις δαγκάνες του φορτηγού κι από τα σύρματα που μαντρώνουν τη γης.
Ντρέπεσαι
να περπατήσεις, μην και βλάψεις τις αρχαίες πέτρες. Στο λέει ο Λιόντας∙ «το νου
σου, εσύ παροδικός, εγώ αιώνιος».
…
Το
σούρουπο γαντζώνεται σε πιρούνια και κατσαρόλια. Με το τσούγκρισμα των ποτηριών
ραγίζουν καρδιές. Μέχρι να σε βρει το βράδυ, στάζεις τη ζωή σου σταγόνα
σταγόνα. Και μια στο χώμα, να σχωρεθούν τ’ αποθαμένα, να μάθουν πως δε
λησμονήθηκαν.
Λησμονιούνται
οι χαρακιές;
Εψές
ξένοι, σήμερα πώς αναζητάς φίλους, χαμόγελα, ματιές; Πώς θυμάσαι ρυτίδες κι
αγγίσματα στον ώμο και τη ράχη; Μέχρι να φουσκώσει ο καφές, να προλάβεις να
χωρέσεις άλλη μια κουβέντα.
Θα
βρέξει. Ευτυχώς. Κι ας είναι και λάσπη. Κι αυτή η φουκαριάρα, τόσο δρόμο έκανε
για να μπορείς εσύ να ζωγραφίσεις δυο πινελιές από κοκκινόχωμα. Ποιος ξέρει
ποια πατήματα την κλαίνε που ποτέ δεν θα την ξαναδούν;
Κοίτα,
ρεγάλο, κάποιος σε κράτησε στο νου! Και σου φύλαξε ένα κεραμίδι, δώρο, να το
πάρεις μαζί σου στην πόλη, την μονοκόμματη, να σκάσει από τη ζήλια της. Εσύ έχεις
ένα κεραμίδι, διάφανο, να αφήνει ορατή τη βροχή και τη λιακάδα.
Κι αν είναι λιακάδες και μπόρες βροντερές οι κουβέντες που σε ξεδίψασαν, έτσι που ‘ρθες με το στόμα ξερό από μοιράσματα…
Στο
τρίτο βράδυ επάνω, η Πανσέληνος ήρθε ντυμένη μια ομίχλη. Να μη βλέπεις, τί τα
θες τα μάτια, άνοιξε της ψυχής τα παράθυρα κι αυτή θα μπει να φωτίσει. Κι αέρας
και νερά, του ουρανού θάλασσες, κύματα φουρτούνες στη βεράντα και μέσα λέξεις
να ξεπλένονται ολοένα.
Όχι
αντίο.
Καλή αντάμωση, το συντομότερο, καλή αντάμωση…
Πέτρο
μου, νησί μου και κύμα μου, Αργυρώ και Αλέξανδρε, Σοφία και Marco, Υβόννη και Φίλιππε και Ηλέκτρα, σκαλοπάτια
μου από γέλια και ανάσες, χρωστάω μια αγκαλιά.
Και
θα περιμένω να σας τη δώσω.
Κυριακή 10 Απριλίου 2022
"Γυναικείες Ιστορίες" στον Πολυχώρο Vault
«Να
στο πω, να το βγάλω από μέσα μου γιατί θα σκάσω»
Κάπως
έτσι, κάπου ανάμεσα σε λεκάνες με ρούχα, ακόμα μυρισμένα από τον ήλιο και σε
φλούδια που πριν λίγο τύλιγαν πατάτες, η άκρη από το κουβάρι κρύβεται μέσα σε
λόγια μπλεγμένα με το προζύμι που απόμεινε, έτσι, ξερό, στα χέρια.
Σχεδόν
ψιθυριστά. Σχεδόν συνωμοτικά. Με το ένα μάτι να κοιτά την πόρτα και το σώμα
ελαφρά γερμένο μπροστά.
Έτσι
πλέκονται οι «γυναικείες ιστορίες». Από το ένα στόμα στο άλλο, χαμηλόφωνα, με
τα χέρια πάντα απασχολημένα με κάποια δουλειά, με κάποιο παιδί, με κάποια
έγνοια. Ιστορίες με άρωμα κόρφου τρυφερού, από εκείνους που νικούν τις καταιγίδες
και σβήνουν τους πόνους. Που σε μαλώνουν τη μια στιγμή, για να σε κοιμίζουν με
τραγούδια την άλλη.
Πού
και πού, ξεφεύγει και κάνα δάκρυ, γυναικείο και δαύτο κι αμέσως νάτο που στεγνώνει
σ’ εκείνο το μαντήλι που με κάποιο μαγικό τρόπο βρίσκεται πάντα στην τσέπη,
μαζί με κάνα ψιλό, «άντε, πάρε να πάρεις παγωτό, σύρε, τί να σε κάνω…»
Οι
«Γυναικείες Ιστορίες» μοιράζονται μόνο από γυναίκες σε γυναίκες. Ιχνογραφούνται
σε φλιτζάνια, πασπαλίζονται πάνω από το κοκκινιστό, με το μάτι, πλέκονται με το
μαλλί σε ζεστές εσάρπες. Αναφέρονται σε γυναίκες, κατηγορούν, αθωώνουν,
παρηγορούν, τιμωρούν γυναίκες. Οι άντρες σε αυτές, κάτι φωνακλάδικες σκιές,
συχωρεμένοι από τα πριν και, σκέφτομαι, «αθώοι ως απόντες»…
«Έτσι
είν’ η ζωή»
«Έτσι
είν’ το θέλημα του Θεού»
Ουφ!
Τα ‘πα και ησύχασα, και το νου σου, κουβέντα μη σου φύγει…
…
Βασισμένη
στο ομότιτλο βιβλίο του Γιώργη Μασσαβέτα, η παράσταση, τόσο κοντά στο θεατή,
τόσο χωροταξικά, όσο και συναισθηματικά. Τέσσερις γυναίκες κι ένας άντρας και
τριάντα χρόνια, από το ’44 μέχρι το ’74, κάθονται σ’ ένα πεζούλι. Μαζί κι
εμείς.
Η
Μαρία Γράμψα, η Αννέτα η Βλάχα, η πειραχτήρω, η αντροκοπέλα, ένα τραγούδι από
μόνη της, η Κική Μαυρίδου, η Μαριγώ, καφετζού και ξεσπιτωμένη, μ’ ένα χεράκι κι
ένα ποδάρι να ονειρεύεται έναν κόσμο άλλον, να τον σκαρώνει στα όνειρά της και
να τον περιμένει στο διηνεκές, η Φανή Παλιούρα, η Κατινάρα, η ταβερνιάρισσα και
η «μεταξύ άλλων Θέ μου σχώραμε» που «α στο καλό, θα σπάσει ο κορσές, θα σκοτώσω
κι άνθρωπο» και η Χριστίνα Σαμπανίκου, η «Αγία» Ασήμω, που τη γνώριζε προσωπικώς
η Παναγία, «μεγάλη η χάρη της».
Ούτε
δουλειά κι ούτε πόνος, πάνω απ’ το κορμί και την ψυχή τους πέρασε η ιστορία του
κόσμου.
Στη
θεατρική διασκευή, τη δραματουργική επεξεργασία και τη σκηνοθεσία, αλλά και στο
μοναδικό ανδρικό ρόλο, ο Δημήτρης Καρατζιάς, αυτόπτης μάρτυρας, πότε παιδί και
πότε άντρας, αυτός ο ψίθυρος και η αφορμή, αυτός ο κρίκος να σκαρώσει μια
αλυσίδα αγάπης, μιας και «ένα παιδί δε γίνεται όταν σηκώνει η άλλη τα πόδια της,
αλλά όταν χτυπάς κάθε πρωίτο αυγό με τη ζάχαρη, να γίνει τσικουλάτο».
Ένας
φόρος τιμής, ένα φιλί σιγανό, τρυφερό, σε ένα χερί που δεγερνά, ούτε πεθαίνει,
ούτε ξεχνιέται. Ποτέ. Κι ας είναι το τίμημα για τον αναπαμό της ψυχούλας τους,
ένα σακί ασβέστη, κλεμμένο απ΄’ το νεκροταφείο του χωριού…
Συντελεστές
Δραματουργική
επεξεργασία, θεατρική διασκευή, σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρατζιάς
Πρωτότυπη
μουσική, τραγούδια έναρξης και τέλους: Μάνος Αντωνιάδης
Παίζουν:
Μαρία Γράμψα, Κική Μαυρίδου, Φανή Παλιούρα, Χριστίνα Σαμπανίκου, Δημήτρης
Καρατζιάς.
Πολυχώρος
Vault
Σκηνή
Α
Μελενίκου
26, Βοτανικός
Τηλ.
2130356472
Κυριακές
στις 18.15
Τιμή
εισιτηρίου 10, 12 ευρώ
Παρασκευή 8 Απριλίου 2022
Τετάρτη 30 Μαρτίου 2022
Νίκος Μπελογιάννης: Στο μπόι των ονείρων
70
χρόνια. Μέρα τη μέρα, λεπτό το λεπτό. Τόσο χρειάστηκε μια ιστορία αγάπης να
φτάσει μέχρι σήμερα. Ιστορία αγάπης του ανθρώπου για την αλήθεια, την πατρίδα,
τον αγώνα, τον άλλο άνθρωπο.
Εσένα
κι εμένα δηλαδή.
Ένας
κρότος η ζωή. Στα φώτα ενός προβολέα φορτηγού, αξημέρωτα, κρύφια. Έτσι μόνο
γονατίζεται το φως. Έτσι σωπαίνει η ιστορία.
Η
δική σου ιστορία. Η δική μου.
Ειδάλλως,
μήτε οι τοίχοι και μήτε τα κελιά, και μήτε ο πόνος και το αίμα και μήτε τα
κάγκελα τη σωπαίνουν. Μόνο τη θεριεύουν.
Πώς
γίνεται και μια ιστορία αγάπης διαβάζει τα χαρτιά της μοίρας ενός λαού και
σκύβει το κεφάλι μπρος στις ατράνταχτες αποκαλύψεις;
Πώς
γίνεται ένα «εγώ» να φωνάζει «εμείς» και να χαμογελά περπατώντας προς το
θάνατο;
Πώς
γίνεται τραγούδι να γίνεται ο θρήνος, στίχος που ζει και ζει, να θυμίζει όλα
όσα από ντροπή κρύβονται;
«….θάνατος, μαύρος
αδερφός
Θάνατος, θα γίνω
αθάνατος…»
Στους
αριθμούς στήνει τα θεμέλιά της η μνήμη….
2
δίκες. Όλη η φαυλότητα συγκεντρωμένη σε χαρτιά, ψέματα, συνομωσίες και
πρωτοσέλιδα εφημερίδων. 19 Οκτώβρη του 1951, 15 Φλεβάρη του 1952.
250.000
τηλεγραφήματα. Να μην εκτελεστεί ο Μπελογιάννης.
30
του Μάρτη, 4.10 το πρωί. Ούτε ένα δάκρυ δε σκορπιέται, μόνο από μέσα στάζει, να
δροσίζει, να θρέφει της καρδιάς την άσβεστη φλόγα.
24
κάνες. 24 νέα παιδιά, στρατιώτες, κρατούν στα χέρια τους την ευθύνη για το
φονικό.
8
βήματα. Να χωρίζουν την αλήθεια από το ψέμα. Τη ζωή από το θάνατο. Το φως απ’ το
σκοτάδι.
2
χρόνια. Γνωριμία, αγώνας, φυλάκιση, πόνος, έρωτας, γέννηση, θάνατος, αγάπη,
αγάπη, αγάπη…
1
στιγμή. Και ό,τι για χρόνια παλεύαμε, σβήνει. Σβήνει;
Στους
αριθμούς στήνει τα θεμέλιά της η μνήμη….
«Φαίνεται ότι το
βιβλίο θα κλείσει πριν φτάσουμε στο τέλος. Και ποτέ δεν ήθελα όσο τώρα, να
ζήσεις τουλάχιστον εσύ. Να ζήσεις για το παιδί, να ζήσεις και για την εκδίκηση.»
70
χρόνια. Μετά. Ο Ανδρέας Ζαφείρης με βοηθό τη Χαρά Νικολάου εικονοποιούν επάξια
τα πραγματικά γεγονότα της ιστορίας του Νίκου Μπελογιάννη και της Έλλης Παππά.
Η
Σταυριάνα Καδή, ένα κλαράκι μυγδαλιάς στον χειμώνα της ιστορικής αφήγησης κι ο
Σωτήρης Τασούλας ο γερός κορμός της. Παρόντες, εναρμονισμένοι εκφραστές μιας
μνήμης που προσκαλεί σε εγρήγορση.
«Γαρύφαλό μου….»
Στο
Χώρο 2510
Θεμιστοκλέους
52
Τηλ.
Κρατήσεων 6988899653, 6970743581
Σάββατο
στις 9 μ.μ. και Κυριακή στις 7 μ.μ.
Τιμή
εισιτηρίου, 10 ευρώ.
Υ.Γ.
Το πρόγραμμα της παράστασης περιέχει το κείμενο. Κάτι που λείπει από τα
θεατρικά προγράμματα τελευταία.
Παρασκευή 25 Μαρτίου 2022
Της εθνικής εορτής...
Αγαπητό μου πόδι,
Μήτε μπακαλιάρο θα φτιάξω, μήτε
και σημαία θα βγάλω στο μπαλκόνι. Κι έχω μια, να σου τρέχουν τα σάλια,
χειροποίητη, απ’ της μανούλας μου τα χεράκια, κειμήλιο.
Πάντως εγώ όταν ήμανε μικρούλα, σαν
να ‘τανε χτες τα θυμάμαι. Από το πρωί η μάνα «σήκω, μεσημέριασε», αχάραγα έξω,
σκοτάδι πήχτρα, «μεσημέριασε», το σπίτι στο πόδι, κι όταν λέω το σπίτι εννοώ
κυρίως τη μάνα σε πλήρη υστερία και με κάτι νεύρα στο ταβάνι, έτσι, χωρίς λόγο.
Δηλαδή υπήρχε λόγος και άκουγε στο
όνομα Πελαγία. Καθότι η μάνα Βαγγελίτσα, Ευαγγελία πάει να πει, το γένος
Πουγγία, «καλημέρα σας κυρία Βαγγελίτσα», τούρκος η μάνα μου «Ευαγγελία κυρ
Μανώλη μου, Ευαγγελία», που από το δημοτικό Βαγγελίτσα, αυτό το –λίτσα σαν
κατάρα πάνω από το κεφάλι της.
Σου έλεγα όμως για την Πελαγία.
Που ανήμερα της εορτής της μητρός, που πάρα πολύ καμάρι το είχε που ήταν εορτή
εθνικιά στο όνομά της, λες και ορίσανε την αργία προς τιμήν της, έπρεπε να
μαζευτεί στο σπίτι όλο το σόι μέχρι τέταρτη γενιά.
Εγώ πάντως νομίζω ότι όλο αυτό
γινότανε για να γλιτώσει την εκκλησία πρωί – πρωί, αλλά πού να τολμήσω να το
πω. Δεν έτρωγα καλύτερα ένα μαγκάλι κάρβουνα. Μαγκάλι. Κράτα το.
Τρεις μέρες μαγείρευε για να ‘ρθει
ο κάθε πικραμένος να φαρμακώσει. Και με το πικραμένος αναφέρομαι κυρίως στην
Πελαγία.
Να ξεκαθαρίσω κάτι για να μη με
πεις και ζεβζέκα. Η Πελαγία έκλεισε τα μάτια της παρθένος ωσάν τον κρίνο τον
αμύριστο. Γιατί για τον άλλον που μυρίστηκε τις ξέρουμε τις μπομπές του. Η
Πελαγία καμία σχέση. Αλλά όμως αγάπησε. Αγάπησε σφόδρα. Το Βαγγέλα τον
μονόφθαλμο το νερουλά.
Όταν τον αγάπησε δεν ήταν
μονόφθαλμος. Και την αγάπησε κι αυτός. Σφόδρα. Ήταν όμως νερουλάς. Και
νερουλάδες στο σόι μας εμείς δε θέλουμε. Μιλημένα ξηγημένα. Κόλαση στο σπίτι.
«Εγώ θα τονε πάρω» η Πελαγία σε
σολ μινόρε.
«Να πάρεις τον Χάρο καλύτερα που
θα μου κουβαλήσεις εδώ τον άπλυτο, να τον ταΐζω» ο πατέρας της σε ντο ματζόρε.
Του Ευαγγελισμού ήτανε και πάλι,
κοστουμάτος ο Βαγγέλας στέκει στον καφενέ, καμαρωτός – καμαρωτός, ρεπό βλέπεις,
με τον γκαϊφέ μπροστά του, πολλά βαρύ και όχι, απλωτός στη λιακάδα σαν
τραχανάς.
Κάτι είπε, κάτι του ‘παν, έχουν
περάσει και εκατό χρόνια από τότε, πιάστηκαν στα χέρια με το Χρηστάκη, το γιο
του τσαγκάρη, άλλο κελεπούρι και δαύτος, κάνει μια έτσι ο Χρηστάκης,
στραβοπατάει ο Βαγγέλας, σωριάζεται, τα πώς και τα τί μην τα ρωτάς, πάει το μάτι.
Νάσου την άλλη μέρα ο Βαγγέλας με τους
κουβάδες στο ζύγι και με το πειρατικό στη μόστρα, να τον κλαίνε οι ρέγγες. Ξίνισε
η Πελαγία, άντε τώρα να ανοίξει κουβέντα του πατρός για παντρολογήματα. Ξανά
κουβέντα δεν είπε.
Κάθε του Ευαγγελισμού που λες
ποδαράκι μου, είχαμε το ίδιο δράμα. Μόλις σηκώνονταν τα ποτήρια «Άντε
Βαγγελίτσα, να μας ζήσεις να σε χαιρόμαστε, αχ, χρυσό πήρες Μελέτη, ζαφείρι
πήρες, διαμάντι» και τα ρέστα τιμαλφή προς αγανάκτηση του πατρός που
ξεροστάλιαζε με το χέρι σηκωμένο μέχρι να τελειώσει η αγιογραφία της μητρός των
τέκνων αυτού και συζύγου του, νάσου η Πελαγία με το δάκρυ κορόμηλο και χωρίς
μιλιά.
Μνημόσυνο να ‘χαμε, κουνήσου απ’
τη θέση σου, λιγότερο δάκρυ θα ‘πεφτε. Δάκρυ, δάκρυ αλλά περιδρόμιαζε τον
άμπακο η Πελαγία, καλή της ώρα. Τα μισά η μάνα τα ‘φτιαχνε για χάρη της που «άντε,
μοναχούλα της είναι κι αυτή, μαγκούφα, ένα χέρι δεν έχει να τη φροντίσει».
Τέλος πάντων, τί θυμήθηκα πάλι….
Εδώ που λες μας έχουν ξεκουφάνει
από το πρωί. Βζζζζζουν από ‘δω, βζζζζζουν από ‘κει, πάνω από τα κεφάλια μας δηλαδίς,
τα αερόπλανα και τα ελικόφτερα, καθότι στρατιωτική παρέλασις βλέπεις, τί, να μη
δείξουμε κι εμείς το κατιτίς μας;
Θα έχουν μαζευτεί και οι αρχές του
τόπου, σκέφτομαι, θα έχουν βάλει και τα καλά τους και θα κορδώνονται. Τηλεόραση
δεν ανοίγω γιατί με πάει η πίεση διακόσα και βάλε.
Βζζζζζζζουνννννννννν………..
Άντε πάλι.
Και κάθομαι τώρα εγώ, με το φτωχό
μυαλό μου και σκέφτομαι. Σκέφτομαι τί τα θέλουμε όλα τούτα που ο κοσμάκης
υποφέρει. Μας έκανε κι ένα χειμώνα γιαβρί μου, φαρμακερό. Σήμερα έχει μια
λιακάδα λουκουμάτη, αλλά εδώ και μήνες κάνει παγωνιά. Χιόνισε κιόλας στο κέντρο
της Αθήνας, αν έχεις το Θεό σου. Πάγωσε ο τόπος. Κάνανε και δεν ξέρω κι εγώ τί
κι ήρθε τα ρεύμα δηλητήριο. Να σε χτυπάει και να μη νιώθεις, που λένε.
Ε ρε και δεν φεύγει από το μυαλό
μου η κυρά Λένη, δυο νούμερα πιο κάτω, συνταξιούχα, μια χαρά γυναίκα, με το
σπίτι της, το νοικοκυριό της. Την είδα προχτές με μια βαλίτσα στο χέρι.
«Για πού το ‘βαλες κυρά Λένη;»
«Πάω στο γιο μου Κούλα μου, δεν
έχω θέρμανση. Να έρθει η σύνταξη, να πλερώσω, να με ξαναβάλουν πετρέλαιο και
μετά θα γυρίσω. Δεν το ξέρει το παιδί, μην πεις τίποτα. Είπα που μου έλειψαν τα
εγγονάκια μου και θέλω να πάω για λίγες μέρες να τους δω».
Τί είπε ο στόμας μου, από μέσα μου
ποδαράκι μου, δεν βάνει ο νους σου. Μπρε σκύβαλα, απατεώνες, κακονοικοκυρέοι,
μπρε άτιμοι, μας έχετε ζαλίσει το κεφάλι με τα βζζζζζουν σας, μπας και μας πούνε
που δεν έχουμε εμείς αερόπλανα, μπρε αχαΐρευτοι, που να μη σώσετε μπρε, κόψτε
από μια βόλτα και στάξτε λίγο στο σπιτάκι της κυρα Λένης μπρε να ζεστάνει λίγο
το κοκκαλάκι της. Μια στάλα μπρε, μια γυροβολιά.
Αλλά πού να τη βρείτε την τσίπα
εκεί στα ολόζεστα σπίτια σας, για να σκεφτείτε την κυρα Λένη. Αν είχατε, εκείνη
αλλά και κανένας δε θα κρύωνε.
Κι αυτή θα ήταν στ’ αλήθεια μια
εθνικιά γιορτή να βγάλω στο μπαλκόνι όχι μια, αλλά δέκα σημαίες.
Κούλα Κούτσαβλου
Τρίτη 22 Μαρτίου 2022
Πέμπτη 10 Μαρτίου 2022
Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2022
Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2022
"Ηλιακή Γραμμή" στο "Θέατρο Σπίτι"
Κοπιάστε, κοπιάστε,
παρακαλώ, - να πάρω το παλτό σας; - καθίστε
όπου θέλετε, να σας κεράσουμε και το κατιτίς μας, ένα τσάι, λίγο νεράκι, έναν
καθρέφτη σε φυσικό μέγεθος, μια γροθιά στο στομάχι, τί;
Ήρθατε να διασκεδάσετε; Τί
να διασκεδάσετε, κατά το διασκεδάννυμι, πάει να πει, διασκορπίζω, σπαταλώ,
διαλύω. Δεν το λέω εγώ, το λεξικό, καταλαβαίνετε.
Καταλαβαίνετε;
Πάμε πάλι.
Διασκορπίζω.
Σπαταλώ.
Διαλύω.
Ένα εγώ κι ένα εσύ. Στη
μέση του δωματίου. Μπροστά στα μάτια σου, στα δικά σου μάτια, εκεί είσαι, μην
κοιτάς αλλού, εσένα λέω, εσένα, εμένα λέω, κάτσε.
Μίλα, πες, έλα όλα να τα
πούμε, και τα λόγια να βγουν, και οι αλήθειες και οι γροθιές οι σφιγμένες που
κρύβονται στα βλέμματα. Κι ας είναι ξημερώματα, ξαφνικά μια σταλιά ο χρόνος, τί
σημασία έχει ο χρόνος, τί σημασία έχουν τα χρόνια, ας φανταστούμε ότι όλα είναι
τώρα.
«Ας
φανταστούμε ότι παίζει μουσική.
…
Ας
φανταστούμε τότε ότι χορεύουμε»
Ας φανταστούμε ότι λέμε
την αλήθεια, εσύ κι εγώ απέναντι, στρογγυλό το τραπέζι, χωρίς γωνίες, στις γωνίες
να κάτσουν τα πριν και τα μετά μας, οι φόβοι και οι λαχτάρες μας, ας τα βρούμε –
θα τα βρούμε; Πότε τα χάσαμε; - εμείς στα στρογγυλά, στα μεταξύ μας.
Μεταξύ μας, μια γραμμή,
ηλιακή.
«Ποιος
γαμημένος σκέφτηκε να χωρίσει τα πάντα σε δύο συμβατά μισά;»
Πρώτη παράσταση στο «Θέατρο
Σπίτι».
Πρώτη παρουσίαση του έργου
του Ιβάν Βιριπάγιεφ στην Ελλάδα.
Το «ΝτόΜ» γίνεται σπίτι κι
εμείς όλοι, μάρτυρες της ζωής των ηρώων, της ζωής μας.
Η Βάσια Βελτσίστα
σκηνοθετεί μια χορογραφία στιγμών, με την αγωνία του ανθρώπου που θέλει να πει
κάτι πολύ σημαντικό. Και το καταφέρνει.
Ο Βέρνερ και η Μπάρμπαρα,
οικοδεσπότες, τύραννοι και αθώοι.
Ο Σταύρος Καστρινάκης, να διαλύει
την πυκνότητα του κειμένου, μετατρέποντάς την σε ροή, σε ρευστή ακεραιότητα. Να
κατευθύνει τον άξονα της ερμηνείας στο κάθετο, μόνο για να επιτρέψει στην
Αθανασία Αγοράκη να τον κόψει οριζόντια, παρουσιάζοντας ακριβώς ό,τι μπορεί να
οριστεί ως «γραμμή».
Εξαιρετικές, αληθινές
ερμηνείες, χωρίς υπερβολές και ακρότητες, μα μόνο εσωτερικές και άμεσες,
επιστρέφοντάς μας συνεχώς στο ζητούμενο, στο «εμείς».
Πρωτότυπη μετάφραση/
ερευνητική σκηνοθεσία: Βάσια Βελτσίστα
Επιμέλεια Κειμένου:
Ευγενία Κριτσέφσκαγια
Παίζουν: Σταύρος
Καστρινάκης, Αθανασία Αγοράκη
Από 15.1.22 έως 21.4.22
Πέμπτη με Κυριακή στις 20.30
ΝτόΜ, Βαλτετσίου 50 – 52,
4ος όροφος, Εξάρχεια, Αθήνα
Διάρκεια: 65΄
Εισιτήρια: 10 ευρώ
Πληροφορίες / Κρατήσεις:
6977505320, 6970174131, 6978090558
ntom-coaching.com
(Ο αριθμός των θεατών –
προσκεκλημένων είναι 10 θεατές ανά παράσταση)
ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ 18 στο Θέατρο του Νέου Κόσμου
Έτσι σε χτυπάει η μνήμη. Πισώπλατα. Εκεί που δεν το περιμένεις. Και η διαδρομή της, κι αυτή, έτσι πισώπλατη. Παρίσι – Στρασβούργο, Νταμάρι...
-
Είναι εκεί, το βλέπω. Στο πάτωμα. Δεν ήθελα να συμβεί αυτό, δεν το έκανα επίτηδες. Αλλά έγινε. Μπορεί μια τυχαία κίνηση, μια άτυχη στιγμή,...
-
Έτσι σε χτυπάει η μνήμη. Πισώπλατα. Εκεί που δεν το περιμένεις. Και η διαδρομή της, κι αυτή, έτσι πισώπλατη. Παρίσι – Στρασβούργο, Νταμάρι...
-
Θα την πω, μια απαλή, αέρινη, σχεδόν χωρίς κανένα χρώμα, κουρτίνα, που χορεύει στον άνεμο. Ξάφνου, από πού ακούγονται όλα αυτά τα πουλιά...






















