Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Της Ζωής…

 




Κυρά μου
γλυκιά,


Τότε που στο φως, φως μου έγινες, όλα πήραν τη θέση τους στον κόσμο μου.
Εκεί που αγρίμι μέσα στου κόσμου την στέπα τριγυρνούσα σε σειρά είπα την τρέλα μου θα βάλω και τα αληθινά από τα ψεύτικά μου θα ξεχωρίσω.
Ένα ταξίδι της ψυχής θα ξεκινήσω, από το χέρι θα σε πάρω, και με τα μάτια κλειστά όλα του κόσμου τα θεάματα θα δω.
Από μέσα προς τα έξω τα πράγματα θα κρίνω και τίποτα για δεδομένο ξανά δεν θα πάρω.
Κι έτσι ξεκίνησα, δειλά στην αρχή, πιο θαρρεμμένα έπειτα, κείμενα και στιχάκια άτεχνα, σε τοίχους και βιβλία και τετράδια κοινά και πιο δικά μας να σκαρώνω
Όλα τα είπα, και τα όμορφα μα και τα άσχημα κι ούτε για μια στιγμή
Δεν είπα «άστο, δεν συμφέρει».
Πορείες και απεργίες, και του κόσμου τον πόνο που άλλους αφορά κι άλλους όχι
Αντάμωσα.
Έκαμα φίλους ακριβούς
Έκαμα κι εχθρούς
Τιμημένοι όσοι στο ύψος και των δύο κορυφών αυτών με αξιοπρέπεια στάθηκαν.
Κάποιοι εχθροί έγιναν φίλοι
Από πόνο η φιλία και κράτησε
Κάποιοι φίλοι έγιναν εχθροί
Μα δε βαριέσαι
Για τους ανθρώπους τα ανθρώπινα.
Και περπατώντας σε απόκρημνα και γεμάτα στροφές μονοπάτια
Έφτασα εδώ,
Σε μιας αυγής την άκρη
Το σκοτάδι λιώνει στην άκρη του ουρανού
Και σου μιλώ
Και σου ζητάω κάτι
Πρώτη φορά μα όχι τελευταία.


Ότι και να γίνει, σε όποιους δρόμους κι αν σε βγάλει του κόσμου η τροχιά
Μη χαριστείς, το στόμα σου μη κλείσεις
Τα μάτια μη σφαλίσεις σε όσα βάραθρα χάσκουν ανοιχτά.
Το στήθος σου να στήνεις μπροστά στα μαχαίρια
Σε όλες τις αλήτικες στιγμές, αλήτης
Και σε όλες τις ιερές, αγία.
Αγία στων ανθρώπων τα μέτρα
Και τρυφερή και άγρια
Και πάντα όρθια.
Ποτέ, Κυρά μου, ποτέ
Σημαία Λευκή μη σηκώσεις
Ακόμα κι όταν εγώ στη γη γονατίσω
και τα χέρια στο χώμα θέσω.
Γι’ αυτό σου γράφω σήμερα.
Ό,τι σου λέω στα κρυφά σαν κοντά σου κάθομαι
Και να κοιμάσαι σε βλέπω
Σε κάθε μία της ανάσας σου στροφή
Ευχή μία κάνω.
Όρθια και αληθινή
Μαχαίρι μα και χάδι
Τίποτα να μη στερήσεις και να μη στερηθείς
Κι ό,τι θελήσεις να αγωνιστείς και να το πάρεις
Πρότυπο κανένα να μη στήσεις
Κι ούτε Θεούς κι ούτε Δαιμόνους μην πιστέψεις
Παράδειγμα εσύ για σένα, και όνειρο η κορφή η δική σου κι όχι η ξένη
Του κόσμου τη σκληρότητα και να ευχηθώ
Να μη γνωρίσεις
Δε θα γίνει
Εύχομαι λοιπόν
Σαν στο δρόμο σου τη δεις
Να τη γνωρίσεις
και πρώτη να προλάβεις
στα μούτρα να τη φτύσεις και να πεις
«δεν είναι τόπος για σένα εδώ»
Και γρήγορα να φύγεις για τα όμορφα
Και τα άφθαρτα
Και τα αληθινά
Και τα κρυμμένα
Που είναι και τα σημαντικά.
Τα μεγάλα και τα ηχηρά να αποφεύγεις
Και σαν μεγάλες αγκαλιές θα συναντάς
Μακριά τους να στέκεσαι
Την κάθε στιγμή να τιμάς
Και τίποτα να μην αφήνεις
Τον ήλιο της ψυχούλας σου να κρύψει.
Στα λέω εγώ, η τρελή που λάθη έκαμε μεγάλα
Που πότε Υπέροχη και πότε Τέρας ονομάστηκε
Και κάποιες φορές – δυστυχώς – πίστεψε και στα δύο.
Να πιστέψεις στον εαυτό σου και να κοιτάς τα χέρια σου και όχι παραπέρα. Και, θυμήσου, τη Λευκή Σημαία, στο ντουλάπι του χρόνου να την κλείσεις. Όσο θα ανασαίνω, την τελευταία μου ανάσα θα φυλάγω, μήπως και τη χρειαστείς…

Είσαι η καθαρή σταλιά μου…

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Γράμμα...










Τέτοια μέρα, μικράκι πράμα ήμουν, γινόταν χαμός. Στο σπίτι ερχόταν κόσμος και ντουνιάς, φασαρία, φωνές, γέλια, αγκαλιές, αχ, αυτές οι αγκαλιές....
Συνήθως η μέρα ξεκινούσε με γκρίνια, ξενυχτούσαμε το προηγούμενο βράδυ, γιορτή το ξενύχτι τότε, πώς έρχονται από τόσο πρωί, ποιό πρωί, γιαβρί μου, μεσημέρι έπιασε, άντε, σήκω να 'ρθεις μέσα που σε ζητάνε.
Και σηκωνόμουν, ζάρες στα μάγουλα από το μαξιλάρι, το ένα μπατζάκι της πιτζάμας σηκωμένο στο γόνατο, τα μούτρα μέχρι το πάτωμα.
"Αχ να γινόταν να εξαφανίζονταν όλοι, να γινόταν να ξυπνούσα και να είχε απόλυτη ησυχία, τίποτα να μην ακουγόταν..."
Το τραπέζι στρωμένο, τα πιάτα μια μπάντα μόνα τους και μια στο τρανζίστορ, δύο.
"Πάρε αρνάκι"
"Πατάτες πάρε, δώσε από εκεί τις πατάτες, δε φτάνει ο Άγγελος, λουκούμι έγιναν"
"μη μου αφήσετε τη σαλάτα αφάγωτη"
"Ελάτε να τσουγκρίσουμε αυγουλάκια"
Τσουγκρίσαμε.
Η γιαγιά Χαρίκλεια έλαμπε από χαρά τέτοια μέρα. Τρεις μέρες ετοίμαζε. Θα 'ρθουν και τα παιδιά από την Αθήνα. Και δος του να σπρώχνει τα πιάτα προς το μέρος μας.
Χωρατά, πειράγματα, κρασάκι, κόκκινα μάγουλα, κόκκινες οι άκρες των δαχτύλων από την Πέμπτη, "καλά, τί βάζουν μέσα σ' αυτές τις βαφές και δεν ξεβάφουν από τα χέρια", "πότισε το αυγό μου", "φάε, φάε, τρώγεται, μια χαρά είναι".
Σινιάλο να βγούμε για τσιγάρο. Της παρανομίας.
"Μου έπεσε ένα πιρούνι στο δρόμο".
Η παρανομία να μετριέται με γόπες. Σβηστές.
Να έχεις είκοσι άτομα μπροστά σου και περνώντας με την πιατέλα στο χέρι να ψιθυρίζεις "τίποτα δεν έφαγες, για ποιον μαγείρεψα εγώ; Έλα Γιώργο μου γιατί αν περιμένω να εκτιμήσουν αυτά, με το περίμενε θα μείνω, Χαρούλα,μου μην τρως ψωμί, φαΐ φάγε!"
Και φιλιά, πολλά φιλιά. Στο έμπα, στην ευχή, στο έβγα. Και μετά να μένουμε οι λίγοι πολύ δικοί και να σου τρίβω τα πόδια και να σε φιλάω στα μαλλάκια και να ξεκαρδίζεσαι από τα γέλια "αχ, τζιέρι μου, χαλάλι ο κόπος, ωραίο να τρώνε οι άνθρωποι από τα χέρια σου"...
....
Σήμερα είχε πάρα πολλή ησυχία. Φύτεψα και δυο λουλουδάκια, δεν ήξερα τί να κάνω με τόση ησυχία.
Θυμήθηκα την ποδιά σου. Δεν την έβγαζες όλη μέρα. Μια φορά σου έφερα από κάποιο ταξίδι μια ποδιά όμορφη, με το δέσιμο στο λαιμό, να μη λερώνεις τις μπλούζες σου.
Την άνοιξες, την είδες, τη φίλησες, φίλησες εμένα και μου είπες "πολύ όμορφη κόρη μου μα, σαν μαγειρεύει η νοικοκυρά, θα πρέπει η καρδιά της να είναι ανοιχτή". Τη φορούσες μόνο όταν ερχόμουν Σαλονίκη. "Να με δει το παιδί να τη φορώ, μη νομίσει πως δε μετράει".
Μετράω. Μέρες, χρόνια, βλέμματα, χαμόγελα, αγκαλιές, φιλιά. Φιλιά. Της αγάπης σημάδια. Ανεξίτηλα.
Γιαγιά μου, λένε πως είμαι καλή με τις λέξεις, αλλά δεν ξέρουν. Γιατί τόσα χρόνια δεν τη βρήκα τη ρημάδα τη λέξη που να δείχνει πώς ζεις μέσα μου. Ολοζώντανη, με τα χέρια μέσα στα ζυμάρια, με την καρδιά μέσα στις ανθισμένες πασχαλιές.
Σου κρατώ ένα γλυκό φιλί και μια αγκαλιά από εκείνες με τα υψωμένα χέρια.Και μια λέξη, άγουρη ακόμα, αλλά δική μου και δική σου. Μου λείπεις σαν Άνοιξη και σαν γιορτή.
Έλα μια στάλα και μην κάνεις τίποτα. Κάτσε στην καρέκλα με την ποδιά σου μόνο. Εγώ θα μαγειρέψω. Εγώ θα στρώσω. Εγώ θα σερβίρω και θα τους λέω να φάνε και να πιούνε κι εγώ θα τους μαλώνω που τίποτα δεν τρώνε. Κι έπειτα λίγο να κάτσω κοντά σου, να μυρίσω ξανά τα μαλλάκια σου που μυρίζουν κολώνια λεμόνι και πράσινο σαπούνι. Εγώ όλα. Μόνο έλα. Έστω για λίγο.
Η εγγονή σου
Χαρούλα

photo by Ράνια Καρά

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021


 


Φασαρία, κόσμος, σκόνη

κι έτσι με ανάποδη διάθεση

φταίει η Άνοιξη θα πεις

και θα γελάσεις τα μάτια κλείνοντας

περιμένω σαν τα εσπεριδοειδή

να με ξεφλουδίσεις

για να εκχυμωθώ.

χάρις π.

2.4.2021


Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021

Σήμερα Γιορτάζουμε!!!



Σήμερα γιορτάζουμε! Γιορτάζουμε γιατί γνωριστήκαμε, γιορτάζουμε γιατί ερωτευτήκαμε, γιορτάζουμε γιατί φτιάξαμε το σπίτι μας, γιορτάζουμε γιατί υπερασπιστήκαμε τη ζωή μας, γιορτάζουμε γιατί έντεκα χρόνια ζούμε πλάι – πλάι, με αγάπη, με σεβασμό, με αγκαλιές, με διάλογο, με συνέπεια, με αλήθεια. Γιορτάζουμε γιατί σε κάθε στιγμή, όσο μακριά κι αν είμαστε, αναζητούμε η μία το βλέμμα της άλλης, είμαστε η μία στη μεριά της άλλης. Και γιορτάζουμε γιατί τόσοι άνθρωποι γύρω μας, γιορτάζουν μαζί μας. Και ονειρεύονται να γιορτάσουμε όλοι μαζί, να πνιγούμε στις αγκαλιές και στα φιλιά και στα γέλια και στα δάκρυα. Γιατί έτσι γιορτάζεται η αγάπη.

Όσοι δεν μας αγαπάνε, δεν είναι κοντά μας έτσι κι αλλιώς. Όσοι ντρέπονται για εμάς, δεν είναι κοντά μας έτσι κι αλλιώς. Όσοι μας κρίνουν επειδή και μόνο αγαπιόμαστε, δεν είναι κοντά μας έτσι κι αλλιώς. Δική τους η επιλογή και η απόφαση. Πώς να την κρύψεις την αγάπη;

Κι αν εμείς δεν έχουμε αίθουσες μεγαλόπρεπες και σκαλιά εκκλησίας και δημαρχεία, δεν πειράζει. Κι ένα κάποιο γραφείο, μίας κάποιας συμβολαιογράφου, μας είναι παραπάνω κι από αρκετό. Και τα καθημερινά μας ρούχα μας είναι αρκετά. Τα χέρια μας να είναι πλεγμένα, αυτό είναι το αναγκαίο. Και αυτό υπάρχει.

Γιατί η αγάπη μας ανοίγει τον ουρανό, τη γη, κάνει πέρα τα σύννεφα, ανατέλλει τη μέρα. Την Ημέρα. Την Ημέρα που λέγεσαι Συζυγός μου, Συντρόφισσα της ζωής μου, διπλανή μου ανάσα στο μαξιλάρι. Την ημέρα που οι αποφάσεις μας θα είναι δικές μας κι όχι κάποιου άνισου νόμου. Την ημέρα που δεν θα ανησυχώ πια μήπως μου πάθεις κάτι και δεν θα μπορώ να είμαι στο πλάι σου, όπως πάντα. Τη σημερινή Ημέρα.

Κι αν λέγεται Σύμφωνο Συμβίωσης και όχι γάμος, ακόμα καλύτερα. Γιατί Συμφωνώ να σ’ αγαπώ και είναι η Συμβίωση μαζί σου που επιλέγω. Κάθε μέρα. Κάθε στιγμή. Για όσα χρόνια πέρασαν και όσα θα έρθουν. Συμφωνώ. Πάει να πει, ενώνω τη φωνή μου με τη δική σου. Ενώνω τη ζωή μου με τη δική σου…



Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

Τα καραντινιασμένα - 5

 





Αγαπητό μου πόδι,

Θα στο πω, αλλά μόνο σε σένα. Που εκ φύσεως, είσαι ουδέτερο. Τουτέστιν και αμερόληπτο. Λέμε, ΤΟ πόδι. Δηλαδή, η θεια μου η Όλγα έλεγε και «ο πόδης», αλλά ήταν μικρασιάτισσα και εκεί τότε, έτσι τα λέγανε. Επίσης έπλεκε με ψιλό βελονάκι μέχρι τα ενενήντα φεύγα της. Χωρίς γυαλιά. Έλεγε «όσο με κρατούν τα μάτια και ο πόδης μου μετριέμαι στους ζωντανούς. Μετά, να με γράψετε στους αποθαμένους και να με δώκετε και μια να πάω καλλιά μου». Πέθανε πανευτυχαδούρα στα εκατόν δύο εκεί που έπινε το καφεδάκι της στο μπαλκόνι μετά το σφουγγάρισμα. Εσύ να τα βλέπεις αυτά που περπατάμε κατιτίς παραπάνω καμιά φορά και είσαι μες στη γκρίνια.

Αλλά και η φιλενάδα η Λενιώ από τα Χανιά, λέει, Η πόδα, Η χέρα. Η Λενιώ κάνει ομολογουμένως τα νοστιμότερα σκαλτσουνάκια του σύμπαντος, οπότε, μπορεί και τα λέει όπως θέλει.

Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω να σου πω.

Εγώ που λες εχτές έπρεπε να κάνω το τσεκάπι το αιματολογικούν του χρόνου. Είμαι εγώ να ζω με αγωνίες; Όχι, το λέω και το υπογράφω. Εξού και κάθε χρόνο πάω στους βρικολάκους και με παίρνουν το αιματάκι μου και με το εξετάζουν να με δουν που είμαι γερό σκαρί με τζίφρες και υπογραφές.

Όμως, επειδή μετά τα πρώτα διακόσια μέτρα αρχίζει το δικό σου το γκρινιλίκι και τα «δεν μπορώ, δεν είναι δρόμοι αυτοί, πόσο πια να σε σηκώνω που καλύτερα στο κάτεργο να ήμανε, κακούργα κοινωνία» και τα τοιαύτα τα δικά σου, λέω, θα πάρω το αυτοκίνητο να πάω και να έχω και το κεφάλι μου ήσυχο. Δηλαδή, δε με φτάνει που κάθε χρόνο έχω το άγχος μου να βγουν οι εξετάσεις καλές, που τέτοια αγωνία ούτε όταν περίμενα τα αποτελέσματα των εισαγωγικών, να έχω κι εσένα.

Εγώ το αυτοκίνητο δεν το προτιμώ. Όχι που δε μου αρέσει να βολτάρω. Μ’ αρέσει, πώς δε μ’ αρέσει. Βάζω και τη μουσικούλα μου, κάνω και τις γύρες μου, όλα καλά. Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να γυρίσω. Εδώ είναι που τα χαλάμε.

Γιατί δεν είναι ότι θα το διπλώσω, θα το βάλω στη τσέπη και θα πάω σπίτι μου. Θα πρέπει να το παρκάρω. Και εδώ αρχίζει η Οδύσσεια ενός ξεπαρκάριστου. Που κάθε φορά που με βρίσκει αυτή η μαύρη ώρα θυμάμαι τον Joyce και τον δικό του τον Οδυσσέα, που μόνο κάποιοι κακορίμπαλοι έχουν στέρξει να τον διαβάσουν ολάκερο, που μας πάει κύμα – κύμα μέχρι να παγώσει η κόλαση.

«Να εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος», ο άλλος, ο Αλεξανδρινός. Σε δώκαμε ένα σκασμό βραβεία για να μας λες τέτοια. Καλέ, εδώ πλησιάζω στη γειτονιά κι αρχίζω τις προσευχές μπας και βρω να παρκάρω στο μισάωρο. Γιατί, αυτός που έφτιαξε την Αθήνα, όχι παιδί μου ο Κέκροπας, αν και αυτός, μισός άνθρωπος μισός φίδι καλό θα έκαμε;, τέλος πάντων, ο πρώτος πολεοδόμος της Αθήνας που δεν ήταν ένας αλλά δύο, οι αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Σάουμπερτ, εκεί πίσω στα 1832, δεν προέβλεψαν εμένα να ψάχνω να παρκάρω τη Φροσάρα στο Εξάρχειο, καθημερινή μεσημέρι.

Και να ‘μαι που λες, στο γύρω – γύρω, ικετεύοντας να φύγει κάποιος ψυχοπονιάρης, να πάρει νωρίς άδεια, να γεννάει η γυναίκα του, να θέλει να περάσει μερικές ημέρες στο χωριό, να τα βροντήξει όλα κάτω και μαύρη πέτρα να ρίξει πίσω του, κάτι τέλος πάντων, μπας και βρω μια θεσίτσα να βολευτώ κι εγώ, να πάω σπίτι μου, που είμαι με δυο γουλιές νερό και το στόμα τσαρούχι από τη Ρούμελη, γιατί τέτοια θέλουν οι βρικολάκοι για να δείξουν καλά οι εξετάσεις, δε σε θέλουν με τα καφεδάκια σου και με τα πρωινά σου, ήρεμο και γαλήνιο. Θέλουν να είσαι έτοιμος να παραδώσεις ψυχή.

Για να μη στα πολυλογώ, κατά την τριακοστή έβδομη γύρα πιάνει το μάτι μου ένα κενό που δεν ήταν εκεί καμία από τις προηγούμενες τριακόσιες έξι γυροβολιές.

ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ! ΣΤ’ ΑΡΜΑΤΑ! ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙ ΚΙΝΗΣΗ, ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ ΟΛΟΙ!!!

Στρίβω όλο χάρη, πλευρίζω το έμπροσθεν όχημα και συνειδητοποιώ ότι, ΑΝ χωράω να παρκάρω, χωράω με διαφορά χιλιοστού. Αν, ξαναλέω.

Παίρνω ανάσα, σβήνω ραδιόφωνο, μαζεύω τα κουράγια μου και ξεκινώ. Και τότε είναι που πλησιάζει.

Χειρόφρενο, μανούβρα, δύο εκατοστά, πάλι μπροστά και πάλι από την αρχή. Η Φροσάρα πλησιάζει το κράσπεδο σαν κινέζικο μαρτύριο. Σταγόνα – σταγόνα που λέει και το Τζενάκι, η Βάνου ντε, αχ δεν υπάρχουν πια τέτοιες φωνές, στα αζήτητα έφυγε κι αυτό το χρυσό κορίτσι…

Τέλος πάντων.

Κι εκεί που είμαι κάπου στη μέση, πάει να πει, μισή η Φροσάρα στη θέση, μισή στη μέση του δρόμου, που ο λόγος τον λέει δρόμο, ένα στενό, ανηφορικό στους πρόποδες του Λυκαβηττού που ήταν, λέει ο μύθος, ένας βράχος που κουβαλούσε στα χέρια της η θεά Αθηνά και της έπεσε έπειτα που, λέει, ένα κοράκι της έφερε μια κακιά είδηση. Τότε ήταν, λέει ο μύθος, που και τούτα έγιναν μαύρα κι άραχλα. Από τότε ήταν που δεν μπορούμε να παρκάρουμε στο Εξάρχειο, έχω να συμπληρώσω.

Τον βλέπω στον καθρέφτη που πλησιάζει και πλησιάζει και φουσκώνει και ξεφουσκώνει, λύνει τη ζώνη, κοκκινίζει, ανάβει τσιγάρο, κοιτάει άγρια και τελικά το κάνει. Κορνάρει.

Αυτό δε θα τελειώσει όμορφα, σκέφτομαι.

Κάνω πως δεν καταλαβαίνω γιατί είναι και πολλά χρόνια η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και δεν έχω τόσα για σπατάλημα. Συνεχίζω το ψιλό επί της οδού γαζί.

«Τί θα γίνει, θα το ξημερώσουμε;»

Εγώ ναι, έστω και στο κάγκελο, για σένα δεν είμαι και τόσο σίγουρη, ξαναματασκέφτομαι. Και συνεχίζω…

Πέντε λεπτά αργότερα που φάνηκαν τουλάχιστον εικοσιοχτώ και μάλιστα από τα καλύτερα μου χρόνια, η Φροσάρα αράζει ανακουφισμένη ανάμεσα σε ένα κόκκινο και ένα γκρι, μάρκας… αυτοκινήτου τί τα θες τί τα ζητάς τώρα κι είμαι εγώ και μαζεύω τσάντες, μαντήλια, μάσκες, τηλέφωνα και τα διάφορα λοιπά που αμολάω κάθε που είμαι στ’ αμάξι και ετοιμάζομαι να βγω.

Και με πλευρίζει.

«Άντε, στο δίνω, ούτε άντρας δεν το χωρούσε εδώ που το ‘βαλες. Όχι, μπράβο».

Και κάνει μια και φεύγει, πάρα πολύ ικανοποιημένος από τον εαυτό του.

Εδώ παρένθεση. Κι αν έχω μέσα στη Φροσάρα. Χαρτομάντιλα, νεράκι, τσίχλες, στυλό, χαρτί, βαφτικά, μέχρι και καθρεφτάκι έχω, που από καθρέφτες η Φροσάρα άλλο τίποτα.

Ηρεμιστικό δεν έχω.

Που εγώ τώρα αυτό χρειάζομαι.

Αλλά πρόλαβες κι έφυγες ρε μπαγάσα και δε σε πήραν τα σκάγια που θα μου πεις εμένα «ούτε άντρας». Ότι δηλαδή γεννιέται τ’ αρσενικό, Θέ μου σχώραμε και μετά το μπιμπερό παίρνει το υπερμονοπώλιο του παρκαρίσματος.

Κι όχι τίποτ’ άλλο, αλλά με διαολίζει που θα νιώθει κι ότι έκαμε και κομπλιμάν μεσημεριάτικο. Που με είπε μουστακαλή και τεχνίτη στο παρκάρισμα. Που άμα και δεν είμαι μουστακαλής δε δικαιούμαι να παρκέρνω αξιοπρεπώς δηλαδή.

Αλλά δε φταις εσύ, όχι. Φταίει ο Κλεάνθης και το συνεργατάκι του ο Σάουμπερτ για να μην ανοίξω το στόμα μου και πω για τους μετέπειτα, που και δαύτοι ούτε που τους πέρασε από το κάκαυλο να φτιάσουν τους δρόμους ένα τσικ πιο φαρδουλούς. Για να μην αρχίσω και με την Αθηνά που σ’ έπεσε Κυρά μου ο βράχος, μάζεψέ τον να τον πας παραπέρα, που μ’ έμαθες στα σαλόνια και στους Όλυμπους και δεν καταδέχεσαι να συμμαζέψεις τις ζημιές σου και μας αφήνεις με την κοτρώνα μέσα στη μέση.

Που, βέβαια, θα με πεις, τρελαίνομαι σαν τη βλέπω από το μπαλκονάκι μου να γυαλίζει μέσα στο βράδυ. Αλλά, αν είμαι στο μπαλκονάκι μου, πάει να πει ότι έχω ήδη παρκάρει, βλέπεις…

Κούλα Κούτσαβλου

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

Τα καραντινιασμένα - 4


 


Αγαπητό μου πόδι,

Μη μου λες ότι πέρασαν μέρες, γιατί δεν πέρασαν. Δηλαδή, κι αν πέρασαν με το γάλα και το γιαούρτι τις μετράω. Από πότε λήγουν πάει να πει. Τί δεν καταλαβαίνεις; Θα με πεις, πόδι είσαι, πού να καταλάβεις εσύ από γάλατα και γιαούρτια. Πού μια χαρά θα καταλάβαινες αν ήταν όντως γάλατα και γιαούρτια κι όχι κάτι ξεπλύματα άσπρα, δήθεν τάχαμου γάλατα και γιαούρτια. Γιατί αν ήταν καλά, δηλαδή κανονικά, εσύ δεν θα έσπαγες πουλάκι μου, πονεμένο μου, γλυκό μου.

Γιατί θα είχες ασβέστιο. Και το ασβέστιο προστατεύει τα κόκκαλα από το να σπάνε και να γεμίζει η πόλη γύψους. Που και ο γύψος με ασβέστη μοιάζει. Που μοιάζει με το ασβέστιο. Άρα γι’ αυτό τον βάζουν στα πονεμένα και σπασμένα ποδαράκια σαν και του λόγου σου. Που κι αλλού τον βάζουν αλλά εσύ είσαι το θέμα μου.

Τον βάζουν και στα γλυκά του κουταλιού. Τον ασβέστη, όχι τον γύψο. Κάνεις ένα γλυκό κολοκύθι κι ένα βερίκοκο, να γλύφεις και τα δάχτυλά σου. Άμα βάλεις γύψο δεν θα μπορείς να κουνήσεις, οπότε δεν θα εκτιμήσεις και το γλυκό. Που χάλια θα γίνει. Με το γύψο, όχι με τον ασβέστη.

Τέλος πάντων.

Είπα ασβέστη και μετά είπα γύψο και θυμήθηκα που έχουμε Χούντα. Δηλαδή δεν το λέμε Χούντα γιατί είμαστε πολύ του καθωσπρέπει, αλλά Χούντα έχουμε. Γιατί τότε έλεγαν του κοσμάκη όλα τα κακορίμπαλα και τον έβαζαν να τα κάνει.

Παράδειγμα. Έλεγαν ότι απαγορεύεται η κυκλοφορία «περί την Δύσιν του Ηλίου», έκλεισαν και τα σχολειά και απαγορευόταν κιόλας οι συγκεντρώσεις των τριών ατόμων σε ανοιχτό και των πέντε ατόμων σε κλειστό χώρο.

Κάτι σε θυμίζει, όχι;

Μόνο στην εκκλησία κάναν σκόντο γιατί έλα να τα βάλεις με τον θεούλη, δηλαδή όχι με τον ίδιο γιατί δεν προβλέπεται αλλά με τους εκπροσώπους του επί της γης. Αλλά αυτά θα σε τα πω άλλη φορά.

Λοιπόν, στη δικιά μας, τη Χούντα ντε, τα ίδια αλλά στο πιο ντεφιλέ του. Λένε, για να σε δώκω να καταλάβεις, να βγεις, αλλά με μέτρο. 1,5 για την ακρίβεια. Κι ενώ πριν δεν μπορούσα να μετρήσω παρά με τις απαλάμες, ξέρω τώρα να σε πω πόσο είναι το 1,5 μέτρο σε δυο δευτερόλεπτα κι ούτε βλέφαρο δεν κουνιέται. Όχι που μου έλεγε εμένα ο Θανασάκης για τα είκοσι εκατοστά…. Όλοι οι μύθοι σιγά – σιγά καταρρίπτονται και οι ιστορικές αλήθειες ξεσκεπάζονται Θανασάκη…

Κι άμα βγεις, για λίγο να βγεις και μέχρι τις 9 να είσαι μέσα. Ούτε η μάνα μου. Που κι αυτή 9 μου έλεγε να γυρνάω από τα σοκάκια αλλά όταν αργούσα, άντε κανένα γρύλισμα, μια φορά μου τράβηξε και την κοτσίδα. Αλλά 300 ευρώ δεν με έβαλε να πληρώσω ποτέ. Το δίκιο θα το πω. Μια φορά μόνο που έσπασα ένα τασάκι της κυρά Λίτσας της γειτόνισσας γιατί εκείνες έπιναν καφέ κι εγώ έπαιζα μπακάλικο και το έσπασα. Με έβαλε και το πλήρωσα από το χαρτζιλίκι μου, ακόμα το θυμάμαι. Και έφαγα και ξύλο όταν γυρίσαμε σπίτι.

Τέλος πάντων.

Δηλαδή, τί σημασία έχει να γυρίσουμε 9 ή 10 ή 11; Να μη μαζεύεστε λέει και κολλάτε ο ένας από τον άλλον. Που άμα θέλω να κολλήσω δεν μπορώ να κολλήσω μεσημεριάτικο, πρέπει να είναι το μαύρο το μεσάνυχτο. Πού στην πρώτη καραντίνα, γιατί τώρα είμαστε στη δεύτερη, δεν κινούνταν ούτε μύγα και τώρα το πάμε σορολόπ φτάνει να μην έχει πάει 9.

Εγώ αυτά δεν τα καταλαβαίνω. Κάνε, λέει, πρωτοχρονιά το μεσημέρι κι όχι το βράδυ. Το βράδυ κολλάει. Και μέχρι 9 άτομα. Νάτο πάλι το 9. Μπαμ το τασάκι, θρύψαλα, πάει το χαρτζιλίκι.

 

Κούλα Κούτσαβλου


Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020

ΕΝΤΟΛΗ, της Διδώς Σωτηρίου


 

Η ζωή είναι προνόμιο. Ένα πλεονέκτημα που σου δίνεται και, ως τέτοιο, φέρει παράλληλα την υποχρέωσή σου να τη φέρεις εις πέρας. Φράση με πολλές αναγνώσεις, σίγουρα. Μία ανάγνωση θα μπορούσε να είναι ότι το να καταφέρεις απλά να φτάσεις στην άκρη της είναι σημαντικό, όμως όχι αντάξιο της φύσης του προνομίου.

Και ποια είναι η άκρη της, αναρωτιέμαι. Για κάποιους είναι τα βαθειά γεράματα, για κάποιους το να αποκτήσεις παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, για κάποιους το να πετύχεις επαγγελματικά, οικονομικά, κοινωνικά. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο συνδυασμός όλων των παραπάνω και ίσως και κάποιων άλλων που εδώ παραλείπονται είναι αυτό που καθιστά το προνόμιο της ζωής ευκταίον.

Η σκέψη βέβαια είναι, ποιαν άκρη αναζητά ο καθένας. Αν, για παράδειγμα, η παραπάνω περιγραφή αφορά την «έξω ακτογραμμή», τί γίνεται με τη «μέσα»; Με τις θάλασσες, τα νησιά, τα βουνά και τα φαράγγια της μέσα πλάσης; Πώς τα ταξιδεύει κάποιος τούτα τα μέρη;

Μία απάντηση είναι σίγουρα, σκέφτομαι, η γνώση. Αν γνωρίζω φοβάμαι λιγότερο, αν γνωρίζω, καταλαβαίνω περισσότερο, αν γνωρίζω, νιώθω βαθύτερα. Και για να γνωρίσω, πρέπει να μελετήσω.

Αφορμή για όλες αυτές τις σκέψεις στέκεται η «ΕΝΤΟΛΗ» της Διδώς Σωτηρίου. Αν δεν ανήκε στη λογοτεχνία, θα ‘λεγες ότι βρέθηκε στον πάτο ενός σεντουκιού, κάτω από λινά σεντόνια και μπακίρια φερμένα από εποχές άλλες. Κράτα το «άλλες».

Θα ‘λεγες ότι είναι ένα τετράδιο, ένα ντοσιέ με γράμματα και σημειώσεις που, ευτυχώς, βρήκες. Και λέω ευτυχώς, γιατί πώς να ζήσεις αν δεν γνωρίζεις την ιστορία σου; Πώς να ζήσεις καλά, αν δεν γνωρίζεις την ιστορία σου;

Και η ιστορία σου είναι η ιστορία του πόνου του τόπου σου. Των ανθρώπων που υπήρξαν για να υπάρξεις μετά και εσύ. Που αποφάσισαν, έπραξαν, δίδαξαν, έγραψαν για να μπορέσεις κι εσύ με τη σειρά σου να αποφασίσεις, να πράξεις, να διδάξεις, να γράψεις. Για να μπορέσεις κι εσύ με τη σειρά σου να ζήσεις. Να ζήσεις καλά.

Στην ΕΝΤΟΛΗ συναντάμε ανθρώπους που έζησαν καλά. Καλά, όπως αληθινά. Όπως πρέπει του ανθρώπου να ζει. Όπως, μόνο έτσι, ο άνθρωπος ζει για πάντα. Μέσα από σελίδες και κουβέντες και διαβάσματα. Να διαβάζεις και, σελίδα τη σελίδα, να κάθονται πλάι σου άνθρωποι που διαμόρφωσαν την ιστορία, τη δική σου ιστορία, για δικό σου λογαριασμό, για δικό σου χατίρι. Πώς γίνεται να μη συγκινηθείς, να μην συν – κινηθείς;

Σου είπα να κρατήσεις το «άλλες εποχές». Κράτα το. Και κοίτα γύρω σου. Και δες πώς, το «κάποτε», γίνεται «τώρα», επειδή το προνόμιο της ζωής θεωρήθηκε αυτονόητο. Και η γνώση της ιστορίας, της ιστορίας σου και μου, της ιστορίας μας, θεωρήθηκε βαρετά περιττή.

Η Σωτηρίου κάθεται πλάι σου και σου μιλά για την ιστορία σου. Τη δική σου ιστορία. Μην την αγνοήσεις. Γιατί θα είναι σαν να αγνοείς τον ίδιο σου τον εαυτό.

 

Χάρις Παρασκευοπούλου


Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2020

Της Υποφαινομένης...


 


25.

Ξέρω πολύ καλά τι σιωπή έχει πέσει στις μέρες μου. Ξέρω, είναι πάντα εδώ, κάθε βράδυ τη γδέρνω από το δέρμα μου και κάθε πρωί με περιμένει. Λες και μαζεύτηκε σαν παλίρροια όταν εγώ ονειρευόμουν. Πιο συγκεκριμένα, όταν σε ονειρευόμουν.

Δεν είναι για χάσιμο ο καιρός κι εσύ σκισμένο φύλλο τετραδίου, απόκομμα έρωτα, προσάναμμα μνήμης. Θυμώνω τόσο που μου ‘ρχεται να διασχίσω όλη την πόλη για να ‘ρθω να σε κοιτάξω μες στα μούτρα, έτσι υποτιμητικά όπως κοιτάζουν τα παιδιά κι οι μεγάλοι γελάνε, αλλά εκείνα είναι πραγματικά τόσο θυμωμένα που είναι διατεθειμένα την άλλη στιγμή να κλαίνε στην αγκαλιά σου.

Είμαι διατεθειμένη κάθε στιγμή να κλαίω στην αγκαλιά σου.

Όχι από θυμό, μπορεί από πόνο, μπορεί από καύλα, μπορεί από τους τοίχους που δε χαμηλώνουν μια στάλα να δω ουρανό, να θυμηθώ πως είναι να ανασαίνεις, να θυμηθώ πως είναι να βουλιάζεις και να πνίγεσαι επιτέλους για λίγο, πώς είναι να πεθαίνεις.

Να θυμηθώ πως είναι να πεθαίνεις.


[photo by Ράνια Καρά]

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

Σκέψεις στον απόηχο μιας επετείου....


 


6 Δεκέμβρη. 2020. Κυριακή. Απόγευμα. Ωραίο, γλυκό, από εκείνα του χειμώνα που τα θες. Που σκέφτεσαι ότι θα είναι ο κόσμος στους δρόμους και δε θα βρέχει, δε θα κάνει ψοφόκρυο, δε θα χιονίζει, δε θα ρίχνει χαλάζι.

Γιατί θα είναι ο κόσμος στους δρόμους. Εκεί κι εσύ. Στους δρόμους. Εσύ που γεννήθηκες τόσο θεωρητικό πλάσμα και προστατευμένο, όχι τίποτα αληταριά. Το πιο καλό παιδί. Και η οικογένειά σου δεν είχε μπλεξίματα και ιστορίες. Και έτσι σε μεγάλωσαν κιόλας. Με ησυχία και ταπεινότητα. Και όσο λιγότερο φαίνεσαι κι ακούγεσαι, τόσο το καλύτερο. Για σένα, για εκείνους.

«Του φοβισμένου η μάνα ποτέ δεν κλαίει», λέει η παροιμία.

Υπάρχει άραγε μάνα που ποτέ δεν κλαίει; Αναρωτιέμαι. Πάντως υπάρχουν κάποιες μάνες, που όλοι ξέρουμε ότι έχουν κλάψει. Και, έτσι νιώθω δηλαδή, αν είχαν να διαλέξουν, θα διάλεγαν να μην έχουν κλάψει.

Και μετά σκέφτομαι μια άλλη φράση που λέει πως «οι δρόμοι δεν είναι για όλους». Που οι δρόμοι για τους όλους φτιάχτηκαν, όχι; Να περπατάνε, να πηγαίνουν στη δουλειά, να βολτάρουν, να χαζεύουν βιτρίνες, να πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολείο, στο φροντιστήριο, άντε πάλι τα παιδιά ανάμεσα στις λέξεις.

Θυμάμαι που, όταν ήμουν νέα, στις πορείες και στις διαδηλώσεις, ένιωθα ρε παιδάκι μου πιο ψηλή, σαν η φωνή που έβγαινε να με μεγάλωνε, άλλη μάνα κι αυτή, κι αυτή με κλάματα στα μάτια. Εκεί ήταν που αποφάσισα ότι οι δρόμοι είναι και για να μεγαλώνεις βήμα το βήμα.

Φέτος στους δρόμους είδα πολλούς συνομήλικους και πολλούς νεότερους και πολλούς πιο μεγάλους. Φέτος που, να πεις, δεν επιτρεπόταν κιόλας. Άκου τώρα αντίφαση. Κι εκεί που θυμώνω και φουρκίζομαι με τη βολεψιά μας, εκεί χαμογελώ και νιώθω να ανήκω. Τί λέξη κι αυτή! Να ανήκω.

Αυτό που είσαι σπίτι σου και αμέσως μετά νιώθεις πως έχεις μια φαμίλια που ούτε την είχες φανταστεί. Εκεί πάλι ο δρόμος, να αγκαλιάζεσαι με αγνώστους, να κλαίτε έτσι αγκαλιασμένοι, να τσούζουν τα μάτια και να έρχεται ο άγνωστος να σου ψεκάζει μαλόξ, να περάσει το τσούξιμο.

Ο άγνωστος συγγενής. Σου.

Και μετά, πάντα η ίδια σκέψη. Πώς κάποιος, αποφασίζει να μην ανήκει σε τέτοια φαμίλια; Πώς επιλέγει να είναι μόνος από την άλλη; Άκου τώρα πώς μου ‘ρχεται, πάντα η ίδια σκέψη όμως. Η φαμίλια μου, όλοι άλλα αντί άλλων, άλλες ηλικίες, μαλλιά, ρούχα, παπούτσια, φάτσες. Κι από την άλλη κάτι κάποιοι, ίδια μαλλιά, ρούχα, παπούτσια. Ηλικίες και φάτσες δεν ξέρω να σου πω, τα κρύβουν.

Δεν ξέρω, δεν ξέρω.

Δεν είσαι ήρωας όταν υψώνεις γροθιά και φωνάζεις για το δίκιο. Δεν είσαι ήρωας όταν αποφασίζεις να μην κάτσεις στον καναπέ, κυριολεκτικό και μεταφορικό, αλλά να μιλήσεις και να μην καταπίνεις τα δόντια σου. Δεν είσαι ήρωας όταν ξανοίγεις το μάτι, να διαβάσεις, να μάθεις, να κουβεντιάσεις, να μη μείνεις βουβός και χαζός και μόνος. Δεν είσαι ήρωας όταν αντιλαμβάνεσαι ότι ο δρόμος είναι εκεί για να περπατιέται και κάθε που κλείνεσαι σπίτι σου από φόβο, αυτός κλείνει μέσα στα μούτρα σου.

Οι φράσεις στριμώχνονται στο μυαλό μου. Διαλέγω μία που δεν είναι δική μου, αλλά πολύ θα ήθελα να ήταν. Από την «Εντολή» της Σωτηρίου.

«Από την ώρα που το βάρβαρο χέρι του φασισμού, ντόπιου και ξένου, άρπαξε απ’ τα μαλλιά την Ελλάδα και τη σβούριζε στο χάος, εκεί σε κάποιο μετερίζι αντίστασης ήμουνα κι εγώ με την αντιηρωική ύπαρξή μου».

Χάρις Παρασκευοπούλου

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

Λέξεις...


 


Μέσα σε ζωές περπατώ

- έτσι ανυπόδητα εκτεθειμένη -

διαλέγω μία, έτσι τυχαία να σου τη δώσω,

έτσι τυχαία στα χέρια σου να γλιστρήσει,

έτσι τυχαία.

Τα μάτια κλείσε κι άσε αυτόν τον ουρανό

-δες! Χρυσός είναι ή μήπως φωτιά;-

μέσα σου ν’ ανθίσει.

Μικρός ο κόσμος

- μια στάλα σύννεφο -

κι εσύ να μη χωράς την ανάσα σου να στρώσεις

λευκό σεντόνι

σε κρεββάτι πρωινό.

Έλα μόνη

έτσι όπως έρχονται δυο φτερούγες,

αμίλητες,

έλα,

Να γεμίσει και πάλι δροσιά η λέξη μου...


Χάρις Παρασκευοπούλου

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

Τα καραντινιασμένα 2


 


Αγαπητό μου πόδι,

Τα ‘λεγα, δεν τα ‘λεγα; Αχ, πότε θα πεθάνω μόνο δεν ξέρω….

Εγώ το είχα δει το έργο από το καλοκαίρι, να σε χαρώ. Πολύ ξάνοιγμα, πολύ «δεν κολλάει με τη ζέστα», τί είναι μαρή να μην κολλάει με τη ζέστα, πού βρες μου εσύ κάτι να μην κολλάει με τη ζέστα να σε παραδεχτώ.

Και μέσα στη χαρά όλοι και νάσου η δικιά σου – εγώ είμαι αυτή – να τσακώνεται στην ουρά στο σούπερ, «πάτε λίιιιγο πιο πίσω παρακαλώ;». Και να με κοιτάνε κιόλας σα χαλασμένη σαρδέλα, που χειρότερο από τη χαλασμένη σαρδέλα δεν έχεις, εμπιστέψου με.

Ε, δεν πρόλαβα να περάσω δυο νερά το μαγιώ και την πετσέτα, νάτα πάλι τα παλικάρια στο τελεβίζιο να με λένε να μαζευτώ από τους δρόμους γιατί κυκλοφορεί και το χτικιό.

Αυτό που βλέπεις τη φιλενάδα κι αντί να φιληθείτε σταυρωτά όπως άλλοτε κοιτιέστε σα λεχρίτισσες; Αυτό.

Να μη στα πολυλογώ, σε πρώτη φάση είπε το τελεβίζιο ότι με το που θα βγω από την πόρτα θα φορώ μάσκα. Τι να κάνω, το είπε η τελεόραση, την κότσαρα κι εγώ και πήγα να πάρω κάτι ψιλά από το μάρκετ, μη φανταστείς, ένα αλάτι, δυο κρεμμύδια, ξέρεις, φασολάκια γαρ.

«Καλέ, σαν το ζορό είσαι με τη μάσκα!», Ευθαλία Μπαμπαούρα, σύζυγος λογιστού, νυν συνταξιούχου, δεύτερη πολυκατοικία προς Ακαδημίας, τρίτος όροφος.

«Ε, τι να κάνουμε, τα νέα μέτρα βλέπεις Ευθαλία μου, πρέπει να φυλαχτούμε». Αρχίζει να βράζει το συκώτι, δε δίνω σημασία.

«Να φυλαχτείς Κούλα μου, να φυλαχτείς, γιατί τώρα που απομακρύνθηκε ο κόσμος από το Θεό θα ανοίξει η κόλαση ένα στόμα νααααα, να σας καταπιεί όλους. Με βλέπεις εμένα να έχω πάθει κάτι; Ούτε μάσκα, ούτε τίποτα. Κοινωνάω και είμαι προστατευμένη. Και κουκουλώσου εσύ, και άμα θες να ξέρεις η μάσκα σε κονταίνει».

Ήρθε το άντερο και τυλίχτηκε γύρω από τη συκωταριά κι έσφιξε. Τσίτωσαν τα παΐδια μου, ποδαράκι μου. Φαντάσου πώς σφιγγόμουν, που μου έριξες μια σουβλιά από εκείνες που φυλάς για επερχόμενη κακοκαιρία.

«Ευθαλία άσε τα χαζά και πρόσεχε», δεν κρατήθηκα που θα μου κάνει εμένα κήρυγμα η καντηλανάφτρα και θα με πει ότι με κονταίνει κι η μάσκα!

Το τί είπε ο στόμας της δεν μπορώ να στο περιγράψω. Βγήκε ο κόσμος στα μπαλκόνια, μόνο αυτό σου λέω. Κι αν δεν έτρεχε ο κυρ Στέλιος, ο συνταξιούχος λογιστής ντε, να τη μαζέψει, θα μας μαζεύανε με το κουταλάκι, αλλού εσύ, αλλού εγώ. Τέσσερις ημέρες με τρεις διανυκτερεύσεις και πρωινό, όλα περιλαμβάνονται στο πακέτο θα χρειαστεί στην εξομολόγηση για να ξαναπεί όσα μου ‘σουρε. Που σιγά μην τα πει.

Τί ότι είμαι θύμα της διεθνούς συνωμοσίας με είπε, τί ότι θα με κάψει ο Θεός, τί ότι άμα βγει εμβόλιο θα με βάλουν ένα τσιπ και θα με παρακολουθούν, τί…τί. Που να τους δω να με παρακολουθούν και να μαθαίνουν τα σωστά τα φασολάκια τα σαλονικιώτικα, που το θέλουν και το τσιτσίρισμά τους πριν ρίξεις τη ντομάτα, καλύτερο δεν έχω, αλλά τέλος πάντων.

Σε έχω ξαναπεί πως, εδώ στα Εξάρχεια είμαστε χωριό και στο χωριό όλα μαθαίνονται. Μάθαμε λοιπόν πως είναι κρούσμα ο κυρ Θανάσης, ο δικηγόρος. Πολύ λυπήθηκα, το παραδέχομαι, αλλά επίσης παραδέχομαι, μόνο σε σένα, ότι με έπιασε αυτή η κακία που με έπιασε στο σχολείο όταν έπιασαν τη Κατερινούλα να αντιγράφει που μας το έπαιζε και η καλύτερη μαθήτρια. Γιατί ο κυρ Θανάσης πιάνει στασίδι στην εκκλησία πιο πριν κι από το νεωκόρο, μη σου πω πιο πριν κι από το Άγιο Πνεύμα.

Πώς λοιπόν η Κατερινούλα έφαγε τιμωρία που αντέγραψε και δεν κατέβηκε μια βδομάδα να παίξει στη γειτονιά; Έτσι και ο κυρ Θανάσης δεν ξαναβγήκε χωρίς μάσκα και μας έκανε και κήρυγμα από πάνω να προσέχουμε γιατί το χτικιό δεν αστειεύεται. Ο κυρ Θανάσης το πέρασε, ευτυχώς, ελαφρά αλλά ξανά δεν πήγε στην εκκλησία. Το ξέρω γιατί την Κυριακή έχει στο διαπασών την τελεόραση και βλέπει από εκεί. Μαζί με όλη τη γειτονιά.

Καθόλου δεν με πειράζει εμένα πάντως. Αυτό που με πειράζει είναι να μην καταλαβαίνουμε τα αυτονόητα.

Και ότι προφανώς δεν με παρακολουθούν κι έτσι δεν θα έχω την ευκαιρία να γίνω παγκοσμίως διάσημη για τα φασολάκια μου.

Γιατί αν με παρακολουθούσαν, τώρα θα περπατούσες σε μεγάλα σαλόνια πουλάκι μου εσύ…

Κούλα Κούτσαβλου


"Κοινός Λόγος" στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

  Τη θυμάμαι αυτήν την παράσταση. Ήμουν φοιτήτρια. Πιτσιρικού. Μόλις που είχα αρχίσει να περνάω – ξυστά – από την ιστορία, από την ιστορία τ...